ΕΓΓΡΑΦΟ 182, ΣΤΗ ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ

   
   Red Jesus Text: On | Κλειστό    Paragraph Numbers: On | Κλειστό
Προβολή για εκτύπωσηΠροβολή για εκτύπωσηΑποστολή με e-mailΑποστολή με e-mail

Το Βιβλίο της Ουράντια

ΕΓΓΡΑΦΟ 182

ΣΤΗ ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ

(1963.1) 182:0.1 Ήταν δέκα περίπου τη νύχτα της Πέμπτης όταν ο Ιησούς οδήγησε τους ένδεκα αποστόλους από το σπίτι του Ηλία και της Μαρίας Μάρκου στο δρόμο πίσω για την κατασκήνωση της Γεθσημανής. Από την ημέρα εκείνη στους λόφους, ο Ιωάννης Μάρκος είχε κάνει έργο του να επαγρυπνεί για τον Ιησού. Ο Ιωάννης, επειδή χρειαζόταν ύπνο, κατόρθωσε να αναπαυθεί αρκετές ώρες, ενώ ο Κύριος βρισκόταν με τους αποστόλους του στο υπερώο, αλλά ακούγοντάς τους να κατεβαίνουν, σηκώθηκε και γρήγορα, ρίχνοντας ένα λινό σεντόνι γύρω του, τους ακολούθησε μέσα από την πόλη, πέρασε το χείμαρρο της Κιδρών, και συνέχισε στην ιδιωτική τους κατασκήνωση που γειτόνευε με τον Κήπο της Γεθσημανής. Και ο Ιωάννης Μάρκος παρέμεινε τόσο κοντά στον Κύριο καθ’ όλη τη νύχτα αυτή αλλά και την άλλη μέρα ώστε παραβρέθηκε σαν μάρτυρας σε όλα και άκουσε πολλά από όσα είπε ο Κύριος από αυτή τη στιγμή μέχρι την ώρα της σταύρωσης.

(1963.2) 182:0.2 Καθώς ο Ιησούς και οι ένδεκα επέστρεφαν πίσω στην κατασκήνωση, οι απόστολοι άρχισαν να αναρωτιόνται για το νόημα της παρατεταμένης απουσίας του Ιούδα, και μιλούσαν μεταξύ τους σχετικά με την πρόβλεψη του Κυρίου ότι ένας από αυτούς θα τον πρόδιδε, και για πρώτη φορά υποπτεύθηκαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Αλλά δεν ασχολήθηκαν να σχολιάζουν ανοιχτά για τον Ιούδα μέχρι που έφτασαν στην κατασκήνωση και παρατήρησαν ότι δεν ήταν εκεί, περιμένοντας να τους υποδεχτεί. Όταν όλοι πολιόρκησαν τον Ανδρέα για να μάθουν τι είχε απογίνει ο Ιούδας, ο αρχηγός τους παρατήρησε μόνο, «Δεν γνωρίζω πού είναι ο Ιούδας, αλλά φοβάμαι ότι μας εγκατέλειψε».

1. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΟΜΑΔΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

(1963.3) 182:1.1 Λίγα λεπτά μετά την άφιξή τους στην κατασκήνωση, ο Ιησούς τους είπε: «Φίλοι και αδελφοί μου, ο καιρός που θα βρίσκομαι μαζί σας είναι πολύ λίγος, και επιθυμώ να αποτραβηχτούμε μόνοι μας ενώ θα προσευχηθούμε στον ουράνιο Πατέρα μας για δύναμη να μας στηρίζει αυτή την ώρα και εφεξής, σε όλο το έργο που πρέπει να κάνουμε στο όνομά του».

(1963.4) 182:1.2 Όταν ο Ιησούς μίλησε έτσι, βάδισε για λίγο προς τον Ελαιώνα, και με πανοραμική θέα της Ιερουσαλήμ τους είπε να γονατίσουν σ’ ένα φαρδύ επίπεδο βράχο, κυκλικά γύρω του όπως έκαναν την ημέρα της χειροτονίας τους. Και μετά, καθώς στεκόταν εκεί στο μέσον τους ακτινοβολώντας στο γλυκό φως του φεγγαριού, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και προσευχήθηκε:

(1963.5) 182:1.3 «Πατέρα, ήρθε η ώρα μου, δόξασε τώρα το Γιο σου για να μπορέσει να σε δοξάσει κι ο Γιος σου. Γνωρίζω ότι μου έδωσες πλήρη εξουσία επί όλων των ζωντανών πλασμάτων του κόσμου μου, και θα δώσω αιώνια ζωή σε όλους που θα γίνουν πιστοί γιοι του Θεού. Και αυτή είναι η αιώνια ζωή, τα πλάσματά μου να γνωρίσουν εσένα σαν το μοναδικό αληθινό Θεό και Πατέρα όλων, και να πιστέψουν σ’ αυτόν που με έστειλε στον κόσμο. Πατέρα, σε εξύψωσα στη γη και ολοκλήρωσα το έργο που μου έδωσες να κάνω. Έχω σχεδόν τελειώσει την αποστολή μου στα παιδιά της δικής μας δημιουργίας. Υπολείπεται μόνο σε μένα να δώσω τη θνητή ζωή μου. Και τώρα, ω, Πατέρα μου, δόξασέ με με τη δόξα που είχα μαζί σου πριν να υπάρξει ο κόσμος και υποδέξου με γι ακόμα μια φορά στο δεξί σου χέρι.

(1964.1) 182:1.4 Φανέρωσα το όνομά σου στους ανθρώπους που διάλεξες από τον κόσμο και μου έδωσες. Είναι δικοί σου – όπως κάθε ζωή είναι στα χέρια σου – μου τους έδωσες και έζησα ανάμεσά τους, διδάσκοντάς τους τον τρόπο της ζωής, και αυτοί πίστεψαν. Αυτοί οι άνδρες μαθαίνουν ότι όλα όσα έχω προέρχονται από εσένα, και πως η ζωή που ζω είναι για να κάνω γνωστό τον Πατέρα μου στους κόσμους. Την αλήθεια που μου έδωσες την αποκάλυψα σε αυτούς. Αυτοί, οι φίλοι και πρεσβευτές μου θέλησαν ειλικρινά να λάβουν το λόγο σου. Τους είπα ότι ήρθα από εσένα, ότι με έστειλες στον κόσμο, και ότι πρόκειται να επιστρέψω σε σένα. Πατέρα, προσεύχομαι αληθινά γι αυτούς τους διαλεχτούς ανθρώπους. Και προσεύχομαι γι αυτούς όχι όπως θα προσευχόμουν για τον κόσμο, αλλά όπως για εκείνους που διάλεξα από τον κόσμο για να με εκπροσωπήσουν στον κόσμο μετά που θα επιστρέψω στο έργο σου, όπως εγώ σε εκπροσώπησα στον κόσμο αυτό κατά την παραμονή μου στη σάρκα. Αυτοί οι άνδρες είναι δικοί μου. Μου τους έδωσες. Αλλά όσα είναι δικά μου είναι δικά σου για πάντα, και όσα ήταν δικά σου τώρα τα έκανες δικά μου. Εξυψώθηκες μέσα από μένα, και τώρα προσεύχομαι για να μπορώ να αναγνωριστώ μέσα από αυτούς τους άνδρες. Δεν μπορώ να είμαι πλέον στον κόσμο, πρόκειται να επιστρέψω στο έργο που μου έδωσες να κάνω. Πρέπει να αφήσω τους άνδρες αυτούς πίσω να εκπροσωπήσουν εμάς και τη βασιλεία μας ανάμεσα στους ανθρώπους. Πατέρα, φύλαξε πιστούς αυτούς τους ανθρώπους καθώς ετοιμάζομαι να παραδώσω τη ζωή μου. Βοήθησε αυτούς, τους φίλους μου, να είναι ένα όπως είμαστε εμείς ένα. Όσο διάστημα είμαι μαζί τους, τους προσέχω και τους καθοδηγώ, αλλά τώρα θα φύγω. Να είσαι κοντά τους, Πατέρα, έως ότου στείλουμε το νέο διδάσκαλο που θα τους παρηγορήσει και θα τους εμψυχώσει.

(1964.2) 182:1.5 Μου έδωσες δώδεκα άνδρες, και τους φύλαξα όλους εκτός από έναν, το γιο της εκδίκησης, ο οποίος δεν θα βρίσκεται πια στη συντροφιά μας. Αυτοί οι άνθρωποι είναι αδύνατοι και εύθραυστοι, αλλά ξέρω ότι μπορούμε να τους εμπιστευθούμε. Το έχω αποδείξει. Με αγαπάνε, όπως σέβονται εσένα. Μια και πρέπει να υποφέρουν πολύ για χάρη μου, επιθυμώ να είναι και αυτοί γεμάτοι από τη χαρά της βεβαιότητας για τη συγγένειά τους μαζί σου, στην ουράνια βασιλεία. Έδωσα το λόγο σου σε αυτούς τους άνδρες και τους δίδαξα την αλήθεια. Ο κόσμος ίσως τους μισήσει, όπως μίσησε εμένα, αλλά δεν σου ζητώ να τους πάρεις από τον κόσμο, μόνο να τους φυλάξεις από το κακό του κόσμου. Αγίασέ τους με την αλήθεια, ο λόγος σου είναι αλήθεια. Και όπως έστειλες εμένα στον κόσμο, έτσι θα στείλω κι εγώ αυτούς τους άνδρες στον κόσμο. Για χάρη τους έζησα ανάμεσα στους ανθρώπους και αφιέρωσα τη ζωή μου στην υπηρεσία σου για να τους εμπνεύσω να καθαριστούν με την αλήθεια που τους δίδαξα και την αγάπη που τους αποκάλυψα. Ξέρω καλά, Πατέρα μου, πως δεν χρειάζεται να σου ζητώ να προσέχεις τους αδελφούς αυτούς μετά που θα έχω φύγει. Ξέρω πως τους αγαπάς όπως εγώ, αλλά το κάνω αυτό για να μπορέσουν να αντιληφθούν καλύτερα ότι ο Πατέρας αγαπάει τους θνητούς ανθρώπους όπως και ο Γιος.

(1964.3) 182:1.6 Και τώρα, Πατέρα μου, θα προσευχηθώ όχι μόνο για τους ένδεκα αυτούς αλλά και για όλους τους άλλους που πιστεύουν σε μένα, ή που θα πιστέψουν μετέπειτα στο ευαγγέλιο της βασιλείας δια του λόγου της μελλοντικής υπηρεσίας τους. Θέλω να είναι όλοι ένα, όπως εσύ και εγώ είμαστε ένα. Είσαι εντός μου και είμαι εντός σου, και επιθυμώ αυτοί οι πιστοί να είναι παρόμοια εντός μας. Το πνεύμα και των δυο μας να κατοικεί εντός τους. Αν τα παιδιά μου είναι ένα όπως εμείς είμαστε ένα, και αν αγαπάνε ο ένας τον άλλο όπως τους αγάπησα, όλοι οι άνθρωποι τότε θα πιστέψουν ότι ήρθα από εσένα και θα είναι πρόθυμοι να λάβουν την αποκάλυψη της αλήθειας και της δόξας που έχω κάνει. Τη δόξα που μου έδωσες την έχω αποκαλύψει σ’ αυτούς τους πιστούς. Όπως ζεις μαζί μου εν πνεύματι, έτσι έζησα μαζί τους εν σαρκί. Όπως ήσουν ένα με μένα, έτσι έγινα ένα μαζί τους, και έτσι ο νέος διδάσκαλος θα είναι για πάντα ένα μαζί τους και μέσα τους. Και όλα αυτά τα έκανα ώστε οι θνητοί αδελφοί μου να γνωρίζουν ότι ο Πατέρας τους αγαπάει όπως ο Γιος, και πως τους αγαπάς όπως αγαπάς εμένα. Πατέρα, εργάσου μαζί μου για να σώσεις αυτούς τους πιστούς ώστε να μπορέσουν σύντομα να έρθουν μαζί μου με δόξα και μετά να συνεχίσουν και να σε συναντήσουν στην αγκαλιά του Παραδείσου. Εκείνοι που υπηρετούν ταπεινά μαζί μου, θα τους πάρω μαζί μου με δόξα, ώστε να μπορέσουν να δουν όλα όσα έδωσες στα χέρια μου σαν τον αιώνιο θερισμό του σπόρου που φυτεύτηκε μέσα στο χρόνο της θνητής ύπαρξης. Λαχταράω να δείξω στα γήινα αδέλφια μου τη δόξα που είχα μαζί σου πριν τη δημιουργία αυτού του κόσμου. Ο κόσμος αυτός γνωρίζει πολύ λίγα για σένα, δίκαιε Πατέρα, αλλά σε γνωρίζω, και σε έκανα γνωστό στους πιστούς αυτούς και θα κάνουν γνωστό το όνομά σου στις άλλες γενιές. Και τώρα τους υπόσχομαι ότι θα είσαι μαζί τους στον κόσμο όπως ήσουν μαζί μου – Αμήν».

(1965.1) 182:1.7 Οι ένδεκα παρέμειναν γονατιστοί σε κύκλο γύρω από τον Ιησού για αρκετά λεπτά πριν σηκωθούν και σιωπηλά επιστρέψουν πίσω στην κοντινή κατασκήνωση.

(1965.2) 182:1.8 Ο Ιησούς προσευχήθηκε για ενότητα μεταξύ των οπαδών του, αλλά δεν επιθυμούσε την ομοιομορφία. Η αμαρτία δημιουργεί ένα νεκρό επίπεδο αδράνειας, αλλά η δικαιοσύνη τρέφει το δημιουργικό πνεύμα της εξατομικευμένης εμπειρίας με τη ζωντανή αιώνια αλήθεια και την προοδευτική κοινωνία των θεϊκών πνευμάτων του Πατέρα και του Γιου. Στην πνευματική συντροφιά του πιστού γιου με το θεϊκό Πατέρα δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει δογματισμός και σεχταρική ανωτερότητα στη συλλογική συνειδητότητα.

(1965.3) 182:1.9 Ο Κύριος, στη διάρκεια αυτής της τελευταίας προσευχής με τους αποστόλους του, υπαινίχθηκε το γεγονός ότι είχε φανερώσει το όνομα του Πατέρα στον κόσμο. Και εκείνο είναι αληθινά αυτό που έκανε με την αποκάλυψη του Θεού, μέσα από την τέλεια ζωή του στον κόσμο. Ο ουράνιος Πατέρας είχε ζητήσει να αποκαλύψει τον εαυτό του στο Μωυσή, αλλά δεν προχώρησε περισσότερο από το να πει, «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ». Και όταν πιέστηκε για να αποκαλύψει περισσότερο τον εαυτό του, αποκάλυψε μόνο, «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ο ΩΝ». Όταν όμως ο Ιησούς τελείωσε τη ζωή του στη γη, το όνομα του Πατέρα είχε αποκαλυφθεί τόσο ώστε ο Κύριος, που ήταν η ενσάρκωση του Πατέρα, μπόρεσε αληθινά να πει:

(1965.4) 182:1.10 Είμαι ο άρτος της ζωής.

(1965.5) 182:1.11 Είμαι το ζωντανό ύδωρ.

(1965.6) 182:1.12 Είμαι το φως του κόσμου.

(1965.7) 182:1.13 Είμαι η επιθυμία όλων των εποχών.

(1965.8) 182:1.14 Είμαι η ανοιχτή πόρτα για την αιώνια σωτηρία.

(1965.9) 182:1.15 Είμαι η πραγματικότητα της απείρου ζωής.

(1965.10) 182:1.16 Είμαι ο βοσκός ο καλός.

(1965.11) 182:1.17 Είμαι το μονοπάτι για την απεριόριστη τελειότητα.

(1965.12) 182:1.18 Είμαι η ανάσταση και η ζωή.

(1965.13) 182:1.19 Είμαι το μυστικό της αιώνιας επιβίωσης.

(1965.14) 182:1.20 Είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή.

(1965.15) 182:1.21 Είμαι ο άπειρος Πατέρας των πεπερασμένων παιδιών μου.

(1965.16) 182:1.22 Είμαι η άμπελος η αληθινή, εσείς είστε τα κλαδιά.

(1965.17) 182:1.23 Είμαι η ελπίδα όλων που γνωρίζουν τη ζωντανή αλήθεια.

(1965.18) 182:1.24 Είμαι η ζωντανή γέφυρα από τον ένα κόσμο στον άλλο.

(1965.19) 182:1.25 Είμαι ο ζωντανός δεσμός μεταξύ του χρόνου και της αιωνιότητας.

(1965.20) 182:1.26 Με τον τρόπο αυτό ο Ιησούς μεγέθυνε τη ζωντανή αποκάλυψη του ονόματος του Θεού σε όλες τις γενιές. Όπως η θεϊκή αγάπη αποκαλύπτει τη φύση του Θεού, η αιώνια αλήθεια αποκαλύπτει το όνομά του με αντίστοιχες μεγεθυσμένες αναλογίες.

2. ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΩΡΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

(1966.1) 182:2.1 Οι απόστολοι ξαφνιάστηκαν πολύ όταν επέστρεψαν στην κατασκήνωση και είδαν να απουσιάζει ο Ιούδας. Ενόσω οι ένδεκα είχαν απασχοληθεί με μια θερμή συζήτηση για τον προδότη σύντροφό τους απόστολο, ο Δαβίδ Ζεβεδαίος και ο Ιωάννης Μάρκος πήραν τον Ιησού σε μιαν άκρη και αποκάλυψαν ότι παρατηρούσαν αρκετές μέρες τον Ιούδα, και ότι γνώριζαν ότι σκόπευε να τον προδώσει στα χέρια των εχθρών του. Ο Ιησούς τους άκουσε αλλά είπε μόνο: «Φίλοι μου, τίποτα δεν μπορεί να συμβεί στο Γιο του Ανθρώπου εκτός και αν ο ουράνιος Πατέρας έτσι επιθυμεί. Ας μην ταράζονται οι καρδιές σας. Όλα τα πράγματα θα εργαστούν μαζί για τη δόξα του Θεού και τη σωτηρία του ανθρώπου».

(1966.2) 182:2.2 Η χαρούμενη διάθεση του Ιησού ήταν αδύναμη. Καθώς περνούσαν οι ώρες, γινόταν όλο και περισσότερο σοβαρός, ακόμα και λυπημένος. Οι απόστολοι, όντας πολύ ταραγμένοι, ήταν απρόθυμοι να γυρίσουν στις τέντες τους ακόμα και όταν τους το ζήτησε να το κάνουν ο ίδιος ο Κύριος. Επιστρέφοντας από την κουβέντα με το Δαυίδ και τον Ιωάννη, απηύθυνε τα τελευταία λόγια του στους ένδεκα, λέγοντας: «Φίλοι μου, πηγαίνετε να αναπαυθείτε. Ετοιμαστείτε για το αυριανό έργο. Θυμηθείτε, πρέπει όλοι μας να υποτασσόμαστε στο θέλημα του ουράνιου Πατέρα. Αφήνω την ειρήνη μου μαζί σας». Και έχοντας μιλήσει έτσι, τους κατεύθυνε προς τις σκηνές τους, αλλά καθώς περπατούσαν, φώναξε τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, λέγοντας, «Θέλω να μείνετε για λίγο ακόμα μαζί μου».

(1966.3) 182:2.3 Οι απόστολοι έπεσαν να κοιμηθούν μόνο επειδή ήταν κυριολεκτικά εξαντλημένοι. Είχαν να κοιμηθούν κανονικά, από την άφιξή τους στην Ιερουσαλήμ. Πριν πάνε στα ξεχωριστά καταλύματά τους για να κοιμηθούν, ο Σίμων ο Ζηλωτής τους οδήγησε όλους στη σκηνή του, όπου ήταν φυλαγμένα τα ξίφη και άλλα όπλα, και εφοδίασε τον καθένα τους με πολεμικό εξοπλισμό. Όλοι τους πήραν τα όπλα αυτά και ζώστηκαν με αυτά εκτός από τον Ναθαναήλ. Ο Ναθαναήλ, αρνούμενος να οπλιστεί, είπε: «Αδέλφια μου, ο Κύριος μας είπε επανειλημμένα ότι η βασιλεία του δεν είναι του κόσμου αυτού, και ότι οι μαθητές του δεν πρέπει να πολεμούν με ξίφος για να επιφέρουν την εδραίωσή της. Το πιστεύω αυτό. Δεν νομίζω ότι ο Κύριος έχει την ανάγκη μας να χρησιμοποιήσουμε το ξίφος για την υπεράσπισή του. Έχουμε όλοι δει την τεράστια δύναμή του και γνωρίζουμε ότι θα υπερασπιζόταν τον εαυτό του από τους εχθρούς του αν το επιθυμούσε. Αν δεν αντισταθεί στους εχθρούς του, σημαίνει ότι μια τέτοια συμπεριφορά αντιπροσωπεύει την προσπάθειά του να εκπληρώσει το θέλημα του Πατέρα του. Θα προσευχηθώ αλλά δεν θα κρατήσω το ξίφος». Όταν ο Ανδρέας άκουσε την ομιλία του Ναθαναήλ, έδωσε πίσω το ξίφος στα χέρια του Σίμωνα Ζηλωτή. Και έτσι εννέα από αυτούς οπλίστηκαν καθώς χωρίστηκαν για τη νύχτα.

(1966.4) 182:2.4 Η προσβολή από την προδοσία του Ιούδα προς στιγμή επισκίασε κάθε άλλο από τη σκέψη των αποστόλων. Το σχόλιο του Κυρίου σχετικά με τον Ιούδα, που ειπώθηκε κατά την τελευταία προσευχή, άνοιξε τα μάτια τους στο γεγονός ότι τους είχε εγκαταλείψει.

(1966.5) 182:2.5 Όταν οι οκτώ απόστολοι πήγαν τελικά στις σκηνές τους, και ενώ ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης περίμεναν να λάβουν τις οδηγίες του Κυρίου, ο Ιησούς φώναξε το Δαυίδ Ζεβεδαίο, «Στείλε μου τον πιο γρήγορο και αξιόπιστο αγγελιαφόρο σου». Όταν ο Δαυίδ έφερε στον Κύριο κάποιον Ιακώβ, κάποτε δρομέα κατά την ολονύκτια υπηρεσία αγγελιαφόρων μεταξύ Ιερουσαλήμ και Βηθσαϊδά, ο Ιησούς, απευθυνόμενος προς αυτόν, είπε: «Με πολύ βιασύνη, πήγαινε στον Άμπνερ στη Φιλαδέλφεια και πες: ‘Ο Κύριος στέλνει χαιρετισμούς ειρήνης σε σένα και λέγει ότι η ώρα έφτασε που θα παραδοθεί στα χέρια των εχθρών του, που θα τον θανατώσουν, αλλά αυτός θα αναστηθεί από τους νεκρούς και θα εμφανιστεί σε σένα σύντομα, πριν πάει στον Πατέρα, και ότι θα σου δώσει καθοδήγηση μέχρι την ώρα που θα έρθει ο νέος διδάσκαλος για να ζήσει στις καρδιές σας». Και όταν ο Ιακώβ επανέλαβε το μήνυμα προς ικανοποίηση του Κυρίου, ο Ιησούς τον άφησε να φύγει λέγοντας: «Μη φοβάσαι ότι κάποιος άνδρας μπορεί να σε βλάψει Ιακώβ, γιατί απόψε ένας αόρατος αγγελιαφόρος θα τρέχει στο πλάι σου».

(1967.1) 182:2.6 Μετά ο Ιησούς στράφηκε στον αρχηγό των Ελλήνων επισκεπτών οι οποίοι είχαν κατασκηνώσει μαζί τους, και είπε: «Αδελφέ μου, μη στενοχωριέσαι γι’ αυτά που πρόκειται να συμβούν, εφόσον σε έχω ήδη προειδοποιήσει. Ο Γιος του Ανθρώπου θα θανατωθεί από τους εχθρούς του, τους αρχιερείς και τους αρχηγούς των Ιουδαίων, αλλά θα αναστηθώ για να είμαι λίγο καιρό μαζί σας πριν πάω στον Πατέρα μου. Και όταν θα δεις να συμβαίνουν όλα αυτά, δόξασε το Θεό και στήριξε τους αδελφούς σου».

(1967.2) 182:2.7 Σε κανονικές καταστάσεις οι απόστολοι θα είχαν απευθύνει στον Κύριο μια προσωπική καληνύχτα, αλλά αυτό το βράδυ ήταν τόσο απορροφημένοι από την ξαφνική συνειδητοποίηση της λιποταξίας του Ιούδα και τόσο καταβεβλημένοι από την ασυνήθιστη φύση της αποχαιρετιστήριας προσευχής τού Κυρίου, ώστε άκουσαν το χαιρετισμό της καληνύχτας του και αναχώρησαν σιωπηλά.

(1967.3) 182:2.8 Ο Ιησούς είπε πράγματι στον Ανδρέα αυτό, καθώς αυτός αναχωρούσε από δίπλα του εκείνη τη νύχτα: «Ανδρέα, κάνε ό,τι μπορείς για να κρατήσεις τους αδελφούς σου ενωμένους μέχρι να επιστρέψω πάλι σε σένα, αφού πιω αυτό το ποτήρι. Ενδυνάμωσε τους αδελφούς σου, δεδομένου ότι σου τα έχω πει όλα. Ειρήνη μαζί σου».

(1967.4) 182:2.9 Κανένας από τους αποστόλους δεν περίμενε να συμβεί κάτι έξω από τα συνηθισμένα εκείνη τη νύχτα αφού ήταν ήδη πολύ αργά. Προσπάθησαν να κοιμηθούν ώστε να σηκωθούν νωρίς το πρωί και να ετοιμαστούν για το χειρότερο. Σκέφτηκαν ότι οι αρχιερείς θα προσπαθούσαν να συλλάβουν τον Κύριό τους νωρίς το πρωί καθώς καμία λαϊκή εργασία δεν γινόταν ποτέ μετά το μεσημέρι, κατά την προπαρασκευαστική ημέρα του Πάσχα. Μόνο ο Δαυίδ Ζεβεδαίος και ο Ιωάννης Μάρκος κατάλαβαν ότι οι εχθροί του Ιησού ερχόντουσαν με τον Ιούδα εκείνη την ίδια νύχτα.

(1967.5) 182:2.10 Ο Δαυίδ είχε ορίσει να φυλάει σκοπός εκείνη τη νύχτα στο πάνω μονοπάτι που οδηγούσε στο δρόμο Βηθανίας-Ιερουσαλήμ, ενώ ο Ιωάννης Μάρκος θα παραφύλαγε κατά μήκος του δρόμου που πήγαινε από την Κιδρών στη Γεθσημανή. Πριν αναχωρήσει ο Δαυίδ για το καθήκον του στο προκεχωρημένο φυλάκιο, που μόνος είχε αναθέσει στον εαυτό του, χαιρέτησε τον Ιησού, λέγοντας: «Κύριε, πήρα μεγάλη χαρά από την υπηρεσία μου μαζί σου. Οι αδελφοί μου είναι απόστολοι δικοί σου, αλλά έχω κατευχαριστηθεί που έκανα τα μικρότερης σημασίας πράγματα όπως έπρεπε να γίνουν, και θα μου λείψεις από την καρδιά μου όταν θα φύγεις». Και τότε είπε ο Ιησούς στο Δαυίδ: «Δαυίδ, παιδί μου, άλλοι έκαναν αυτό που τους είχε δοθεί εντολή να κάνουν, αλλά την υπηρεσία αυτή εσύ την έκανες με την καρδιά σου και δεν υπήρξα αδιάφορος από την αφοσίωσή σου. Κι εσύ επίσης, μια μέρα θα υπηρετήσεις μαζί μου στην ουράνια βασιλεία».

(1967.6) 182:2.11 Και τότε, καθώς ετοιμαζόταν να πάει για επιτήρηση στο πάνω μονοπάτι, ο Δαυίδ είπε στον Ιησού: «Γνωρίζεις, Κύριε, ότι έστειλα μήνυμα στην οικογένειά σου και έχω είδηση από ένα αγγελιαφόρο ότι απόψε θα είναι στην Ιεριχώ. Θα είναι εδώ αύριο νωρίς το πρωί μια και θα ήταν επικίνδυνο γι αυτούς να έρθουν από τον κακοτράχαλο δρόμο νυχτιάτικα». Και ο Ιησούς, κοιτώντας προς το μέρος του Δαυίδ, είπε μόνο: «Ας γίνει έτσι, Δαυίδ».

(1967.7) 182:2.12 Όταν ο Δαυίδ πήγε στον Ελαιώνα, ο Ιωάννης Μάρκος εγκαταστάθηκε στο παρατηρητήριό του κοντά στο δρόμο που έβγαζε από το χείμαρρο κάτω στην Ιερουσαλήμ. Και ο Ιωάννης θα είχε παραμείνει στο πόστο αυτό αλλά είχε μεγάλη επιθυμία να είναι κοντά στον Ιησού και να μαθαίνει τι συνέβαινε. Σύντομα, μετά την αναχώρηση του Δαυίδ, και ενώ ο Ιωάννης Μάρκος παρακολουθούσε την απομάκρυνση του Ιησού με τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη σε μια ρεματιά εκεί κοντά, κατακλύστηκε από τόση αφοσίωση σε συνδυασμό με περιέργεια, ώστε εγκατέλειψε το πόστο του και ακολούθησε μετά από αυτούς, κρυβόμενος μέσα στους θάμνους, από όπου είδε και κρυφάκουσε όλα όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια εκείνων των τελευταίων λεπτών στον κήπο και λίγο πριν ο Ιούδας και οι οπλισμένοι φρουροί εμφανιστούν για να συλλάβουν τον Ιησού.

(1968.1) 182:2.13 Ενόσω όλα αυτά βρισκόντουσαν σε εξέλιξη στην κατασκήνωση του Κυρίου, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης συσκεπτόταν με το λοχαγό των φρουρών του ναού, που είχε συγκεντρώσει τους άνδρες του, πριν ξεκινήσουν κάτω από την αρχηγία του προδότη, για να συλλάβουν τον Ιησού.

3. ΜΟΝΟΣ ΣΤΗ ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ

(1968.2) 182:3.1 Εφόσον όλα γύρω από την κατασκήνωση ήταν ήρεμα και ήσυχα, ο Ιησούς, παίρνοντας τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, προχώρησε λίγο δρόμο προς μια κοντινή ρεματιά όπου συχνά πήγαινε εκεί για να προσευχηθεί και να επικοινωνήσει με τον Πατέρα του. Οι τρεις απόστολοι δεν μπορούσαν να βοηθήσουν αντιλαμβανόμενοι ότι ήταν βαθύτατα λυπημένος. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν παρατηρήσει τον Κύριό τους να είναι τόσο βαρυφορτωμένος και θλιμμένος. Όταν έφτασαν στο μέρος της προσευχής, είπε στους τρεις να καθίσουν κάτω και να αγρυπνούν μαζί του ενώ θα απομακρυνόταν όσο το πέταγμα μιας πέτρας για να προσευχηθεί. Και αφού έπεσε κάτω με το πρόσωπο στο έδαφος, προσευχήθηκε: «Πατέρα μου, ήρθα στον κόσμο αυτό για να πράξω το θέλημά σου, και έτσι έκανα. Ξέρω ότι έφτασε η ώρα να παραδώσω τη ζωή μου, και δεν οπισθοχωρώ από αυτό, αλλά θα ήθελα να ξέρω αν το θέλημα σου είναι να πιω αυτό το ποτήρι. Στείλε μου τη βεβαιότητα ότι θα σε ευχαριστήσω με το θάνατό μου όπως και με τη ζωή μου».

(1968.3) 182:3.2 Ο Κύριος παρέμεινε σε στάση προσευχής για λίγα λεπτά, και μετά, γυρίζοντας στους τρεις αποστόλους τους βρήκε να κοιμόνται, επειδή τα μάτια τους ήταν βαριά και δεν μπορούσαν να μείνουν ξύπνιοι. Καθώς ο Ιησούς τους ξύπνησε, είπε: «Πώς! Δεν μπορείτε να αγρυπνείτε μαζί μου ούτε μια ώρα; Δεν βλέπετε ότι η ψυχή μου είναι υπερβολικά θλιμμένη, μέχρι θανάτου, και ότι αναζητώ τη συντροφιά σας;». Όταν οι τρεις σηκώθηκαν από τον ύπνο, ο Κύριος πάλι πήγε μόνος του και, πέφτοντας στο έδαφος προσευχήθηκε ξανά: «Πατέρα, γνωρίζω ότι είναι δυνατό να αποφύγω αυτό το ποτήρι – τα πάντα είναι δυνατά σε σένα – αλλά ήρθα για να κάνω το θέλημά σου και ενώ είναι ένα πικρό ποτήρι, θα το πιω αν αυτό είναι το θέλημά σου». Και όταν προσευχήθηκε έτσι, ένας ισχυρός άγγελος ήρθε στο πλευρό του και μιλώντας του, τον ακούμπησε και τον ενδυνάμωσε.

(1968.4) 182:3.3 Όταν ο Ιησούς επέστρεψε για να μιλήσει με τους τρεις αποστόλους, τους βρήκε πάλι να κοιμόνται. Τους ξύπνησε, λέγοντας: «Τέτοια ώρα χρειάζομαι να αγρυπνείτε και να προσεύχεστε μαζί μου – πιο πολύ χρειάζεται να προσευχηθείτε για να μην περιπέσετε σε πειρασμό – για πιο σκοπό λοιπόν κοιμάσθε όταν σας αφήνω;».

(1968.5) 182:3.4 Και μετά, για τρίτη φορά, ο Κύριος απομακρύνθηκε και προσευχήθηκε: «Πατέρα, βλέπεις τους κοιμισμένους αποστόλους μου; Να έχεις έλεος γι αυτούς. Το πνεύμα είναι όντως πρόθυμο, αλλά η σάρκα είναι ασθενής. Και τώρα, ω Πατέρα, αν το ποτήρι αυτό δεν περάσει, τότε θα το πιω. Όχι το δικό μου θέλημα, αλλά το δικό σου να γίνει». Και όταν τελείωσε την προσευχή, έμεινε για ένα λεπτό ξαπλωμένος στο έδαφος. Όταν σηκώθηκε και γύρισε στους αποστόλους, για μια φορά ακόμα τους βρήκε να κοιμούνται. Τους επιθεώρησε και με μια λυπημένη χειρονομία, είπε τρυφερά : «Συνεχίστε να κοιμάστε λοιπόν, αναπαυθείτε, η ώρα της απόφασης πέρασε. Η ώρα είναι τώρα που ο Γιος του Ανθρώπου θα προδοθεί στα χέρια των εχθρών του». Καθώς έσκυψε κάτω για να τους κουνήσει ώστε να τους ξυπνήσει, είπε: «Σηκωθείτε, ας γυρίσουμε στην κατασκήνωση, γιατί προσέξτε, αυτός που με προδίδει είναι πλησίον, και η ώρα ήρθε που το κοπάδι μου θα διασκορπισθεί. Αλλά σας έχω ήδη μιλήσει γι αυτά τα πράγματα».

(1968.6) 182:3.5 Κατά τη διάρκεια των χρόνων που ο Ιησούς ζούσε με τους οπαδούς του, είχαν, όντως, πολλές αποδείξεις της θεϊκής φύσης του, αλλά ακριβώς τώρα θα γινόντουσαν μάρτυρες νέων αποδείξεων για την ανθρώπινη. Ακριβώς λίγο πριν τη μεγαλύτερη από όλες τις αποκαλύψεις της θεϊκότητάς του, την ανάστασή του, πρέπει να συμβούν οι μεγαλύτερες αποδείξεις της θνητής φύσης του, ο εξευτελισμός και η σταύρωσή του.

(1969.1) 182:3.6 Κάθε φορά που προσευχόταν στον κήπο, η ανθρώπινη φύση του ακουμπούσε γερά πάνω στην πίστη της θεϊκότητάς του. Το ανθρώπινο θέλημά του γινόταν πιο ολοκληρωμένα ένα με το θεϊκό θέλημα του Πατέρα. Ανάμεσα στα λόγια που ειπώθηκαν από τον ισχυρό άγγελο ήταν το μήνυμα ότι ο Πατέρας επιθυμούσε ο Γιος του να τελειώσει τη γήινη αποστολή του περνώντας μέσα από την ανθρώπινη εμπειρία του θανάτου, ακριβώς όπως όλες οι θνητές υπάρξεις πρέπει να βιώσουν την υλική αποσύνθεση περνώντας από την ύπαρξη του χρόνου στην ακολουθία της αιωνιότητας.

(1969.2) 182:3.7 Νωρίτερα το βράδυ, δεν φαινόταν τόσο δύσκολο να πιει το ποτήρι, αλλά καθώς ο θνητός Ιησούς αποχαιρέτησε τους αποστόλους του και τους έστειλε να αναπαυθούν, η δοκιμασία παρουσιάστηκε πιο φοβερή. Ο Ιησούς βίωσε εκείνο το φυσικό σκαμπανέβασμα αισθημάτων που είναι κοινό σε όλα τα ανθρώπινα βιώματα, και ακριβώς τώρα ήταν αποκαμωμένος από τη δουλειά, εξαντλημένος από τις πολλές ώρες του εντατικού μόχθου και της επίπονης ανησυχίας σχετικά με την ασφάλεια των αποστόλων του. Ενώ κανείς θνητός δεν μπορεί να τολμήσει να καταλάβει τις σκέψεις και τα αισθήματα του ενσαρκωμένου Γιου του Θεού σε μια τέτοια ώρα σαν κι αυτή, γνωρίζουμε ότι υπέφερε μεγάλη αγωνία και υπέμεινε ανείπωτη θλίψη, επειδή ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό του σε μεγάλες σταγόνες. Ήταν τελικά πεπεισμένος ότι ο Πατέρας σκόπευε να επιτρέψει τα φυσικά γεγονότα να πάρουν το δρόμο τους. Ήταν απόλυτα αποφασισμένος να μη χρησιμοποιήσει καμία ανώτερη δύναμη σαν ύψιστος κυβερνήτης ενός σύμπαντος για να σώσει τον εαυτό του.

(1969.3) 182:3.8 Τα συγκεντρωμένα πνεύματα μιας ευρύτατης δημιουργίας περιίπτανται της σκηνής κάτω από την προσωρινή διεύθυνση του Γαβριήλ και του Προσωπικού Ρυθμιστή του Ιησού. Οι διοικητές των μεραρχιών των στρατιών του ουρανού, προειδοποιήθηκαν επανειλημμένα να μην ανακατευτούν στις διεργασίες της γης εκτός και αν ο ίδιος ο Ιησούς τους διάτασσε να παρέμβουν.

(1969.4) 182:3.9 H εμπειρία να αποχωριστεί από τους αποστόλους ήταν μεγάλο άγχος για την ανθρώπινη καρδιά του Ιησού. Αυτή η θλίψη της αγάπης τον ξεπερνούσε και έκανε πιο δύσκολη την αντιμετώπιση ενός τέτοιου θανάτου, όπως γνώριζε καλά ότι τον περίμενε. Αντιλήφθηκε πόσο αδύναμοι και πόσο αδαείς ήταν οι απόστολοι, και φοβήθηκε να τους αφήσει. Γνώριζε καλά ότι η ώρα της αναχώρησής του είχε φτάσει, αλλά η ανθρώπινη καρδιά του λαχταρούσε να ανακαλύψει αν μπορούσε να υπάρξει πιθανότητα για κάποιο νόμιμο δρόμο αποφυγής αυτής της τρομερής δέσμευσης του πόνου και της θλίψης. Και όταν προσπάθησε να το αποφύγει με τον τρόπο αυτό, και απέτυχε, ήταν πρόθυμος να πιει το ποτήρι. Ο θεϊκός νους του Μιχαήλ γνώριζε ότι είχε κάνει το καλύτερο για τους δώδεκα αποστόλους. Αλλά η ανθρώπινη καρδιά του Ιησού επιθυμούσε να γινόντουσαν περισσότερα γι αυτούς πριν μείνουν μόνοι στον κόσμο. Η καρδιά του Ιησού είχε σχιστεί. Αγαπούσε πραγματικά τους αδελφούς του. Είχε απομονωθεί από τη γήινη οικογένειά του. Ένας από τους διαλεγμένους συντρόφους του τον πρόδιδε. Ο λαός του πατέρα του Ιωσήφ τον είχε απαρνηθεί και με αυτό τον τρόπο υπέγραψαν την καταδίκη τους σαν λαός με μια ειδική αποστολή στη γη. Η ψυχή του βασανιζόταν από συγχυσμένη αγάπη και απαρνημένο έλεος. Ήταν ακριβώς μια από εκείνες τις φοβερές ανθρώπινες στιγμές όταν τα πάντα φαίνονται να γκρεμίζονται με συντριπτική σκληρότητα και τρομερή αγωνία.

(1969.5) 182:3.10 Η ανθρώπινη φύση του Ιησού δεν ήταν αδιάφορη για την κατάσταση αυτή της προσωπικής μοναξιάς, της δημόσιας ατίμωσης και της φαινομενικής αποτυχίας του σκοπού του. Όλα αυτά τα συναισθήματα τον καταρράκωναν με απερίγραπτη βαρύτητα. Στη μεγάλη αυτή θλίψη ο νους του γύρναγε πίσω στις μέρες της παιδικής του ηλικίας στη Ναζαρέτ και στα πρώτα χρόνια του έργου του στη Γαλιλαία. Τη στιγμή της μεγάλης αυτής δοκιμασίας ήρθαν στο νου του πολλές από τις ευχάριστες σκηνές της γήινης υπηρεσίας του. Και ήταν από τις αναμνήσεις του παρελθόντος στη Ναζαρέτ, την Καπερναούμ, το Όρος Ερμών και των ανατολών και των δύσεων της φεγγοβόλου Θάλασσας της Γαλιλαίας, που τον απάλυναν, καθώς δυνάμωνε και ετοίμαζε την καρδιά του να αντιμετωπίσει τον προδότη που γρήγορα θα τον παρέδιδε.

(1970.1) 182:3.11 Πριν φτάσουν ο Ιούδας και οι στρατιώτες, ο Κύριος είχε κερδίσει πλήρως τη συνηθισμένη του αυτοκυριαρχία. Το πνεύμα είχε θριαμβεύσει πάνω στη σάρκα. Η πίστη είχε επιβεβαιωθεί πάνω σε κάθε ανθρώπινη κλίση φόβου ή αμφιβολίας. Η ύψιστη δοκιμασία της πλήρους συναίσθησης της ανθρώπινης φύσης είχε βιωθεί και είχε ξεπεραστεί με επιτυχία. Για μια ακόμα φορά ο Γιος του Ανθρώπου ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του με ηρεμία και με την πλήρη βεβαιότητα ότι ήταν ανίκητος σαν θνητός που ήταν αφιερωμένος ανεπιφύλακτα στην εκτέλεση του θελήματος του Πατέρα του.1

Foundation Info

Προβολή για εκτύπωσηΠροβολή για εκτύπωση

Urantia Foundation, 533 W. Diversey Parkway, Chicago, IL 60614, USA
Tel: +1-773-525-3319; Fax: +1-773-525-7739
© Urantia Foundation. All rights reserved