Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Εγγραφο 139, ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

Το Βιβλίο της Ουράντια

Εγγραφο 139

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

139:0.1 (1548.1) ΑΠΟΤΕΛΕΙ εύγλωττη μαρτυρία της γοητείας και της ορθότητας της γήινης ζωής του Ιησού το ότι, αν και πολλές φορές έκανε κομμάτια τις ελπίδες των αποστόλων του και κατάστρεψε κάθε τους φιλοδοξία για προσωπική εξύψωση, μόνο ένας τον εγκατέλειψε.

139:0.2 (1548.2) Οι απόστολοι έμαθαν από τον Ιησού για την βασιλεία των ουρανών, και ο Ιησούς έμαθε πολλά από αυτούς για το βασίλειο των ανθρώπων, την ανθρώπινη φύση όπως ζει στην Ουράντια και στους άλλους εξελισσόμενους κόσμους του χρόνου και του χώρου. Αυτοί οι δώδεκα άνθρωποι αντιπροσώπευαν πολλούς διαφορετικούς τύπους ανθρώπινων ιδιοσυγκρασιών, και δεν είχαν καταστεί παρόμοιοι μέσω της μόρφωσης. Πολλοί από αυτούς τους Γαλιλαίους αλιείς έφεραν σημαντικά στελέχη ειδωλολατρικού αίματος ως αποτέλεσμα του εξαναγκαστικού προσηλυτισμού του αλλόθρησκου πληθυσμού της Γαλιλαίας εκατό χρόνια πριν.

139:0.3 (1548.3) Μην κάνετε το λάθος να θεωρείτε ότι οι απόστολοι ήταν εντελώς αδαείς και αμαθείς. Όλοι τους, εκτός από τους διδύμους του Αλφαίου, ήταν απόφοιτοι των σχολείων των συναγωγών, έχοντας εκπαιδευτεί σχολαστικά στις Εβραϊκές Γραφές και σε μεγάλο μέρος της τρέχουσας γνώσης της εποχής εκείνης. Επτά ήταν απόφοιτοι των σχολείων της συναγωγής της Καπερναούμ, και δεν υπήρχαν καλύτερα Ιουδαϊκά σχολεία σε ολόκληρη την Γαλιλαία.

139:0.4 (1548.4) Όταν οι καταγραφές σας μνημονεύουν αυτούς τους αγγελιαφόρους του βασιλείου ως «αδαείς και αμαθείς», η πρόθεση ήταν να δοθεί η ιδέα ότι ήταν λαϊκοί, αμαθείς της γνώσης των ραβίνων και ανεκπαίδευτοι στις μεθόδους της ραβινικής ερμηνείας των Γραφών. Τους έλειπε η αποκαλούμενη ανώτερη εκπαίδευση. Στην σύγχρονη εποχή σίγουρα θα θεωρούνταν αμόρφωτοι, και σε μερικούς κοινωνικούς κύκλους ίσως ακόμα και απολίτιστοι. Ένα πράγμα είναι βέβαιο: Όλοι τους δεν είχαν περάσει από το ίδιο αυστηρό και στερεότυπο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Από την εφηβεία και μετά είχαν αποκομίσει διαφορετικές εμπειρίες μάθησης του πως να διαβιώνουν.

1. ΑΝΔΡΕΑΣ, Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ

139:1.1 (1548.5) Ο Ανδρέας, ο πρόεδρος του αποστολικού σώματος του βασιλείου, γεννήθηκε στην Καπερναούμ. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί σε μια οικογένεια πέντε παιδιών – ο ίδιος, ο αδερφός του ο Σίμων, και οι τρεις αδερφές τους. Ο πατέρας του, εκλιπών πλέον, ήταν συνεταίρος του Ζεβεδαίου στην επιχείρηση αποξήρανσης ψαριών στην Βηθσαϊδά, το αλιευτικό λιμάνι της Καπερναούμ. Όταν έγινε απόστολος, ο Ανδρέας ήταν ανύπαντρος αλλά έμενε με τον παντρεμένο αδερφό του, τον Σίμωνα Πέτρο. Και οι δύο ήταν ψαράδες και συνεταίροι του Ιάκωβου και του Ιωάννη των υιών του Ζεβεδαίου.

139:1.2 (1548.6) Το 26 μ.Χ. την χρονιά που επιλέχτηκε ως απόστολος, ο Ανδρέας ήταν 33, έναν ολόκληρο χρόνο μεγαλύτερος από τον Ιησού και ο μεγαλύτερος από τους αποστόλους. Προερχόταν από μια θαυμάσια γενιά προγόνων και ήταν ο ικανότερος από τους δώδεκα. Εκτός από την ρητορική ικανότητα σε όλες τις άλλες ικανότητες ήταν άφταστος ανάμεσα στους συντρόφους του. Ο Ιησούς δεν έδωσε ποτέ ένα προσωνύμιο στον Ανδρέα, κάποια συντροφική ονομασία. Αλλά όπως οι απόστολοι σύντομα άρχισαν να αποκαλούν τον Ιησού Κύριο, έτσι έδωσαν και στον Ανδρέα μια ονομασία ισοδύναμη με το Αρχηγός.

139:1.3 (1549.1) Ο Ανδρέας ήταν καλός οργανωτής αλλά ακόμα καλύτερος διαχειριστής. Ήταν ένας από των εσωτερικό κύκλο των τεσσάρων αποστόλων, αλλά ο διορισμός του από τον Ιησού σαν αρχηγός της αποστολικής ομάδας τον υποχρέωνε να παραμένει στο καθήκον με τους αδερφούς του ενώ οι άλλοι τρεις απολάμβαναν πολύ στενή συναναστροφή με τον Κύριο. Μέχρι το τέλος ο Ανδρέας παρέμεινε πρεσβύτερος του αποστολικού σώματος.

139:1.4 (1549.2) Αν και ο Ανδρέας ποτέ δεν ήταν δεινός κήρυκας, ήταν ένας ικανός προσωπικός εργάτης, όντας ο πρωτοπόρος ιεραπόστολος της βασιλείας καθότι ως πρωτόκλητος απόστολος, έφερε αμέσως στον Ιησού τον αδερφό του, τον Σίμωνα, που στη συνέχεια έγινε ένας από τους μεγαλύτερους κήρυκες της βασιλείας. Ο Ανδρέας ήταν ο κύριος υποστηρικτής της τακτικής του Ιησού να χρησιμοποιεί το πρόγραμμα του προσωπικού έργου ως μέσο εκπαίδευσης των δώδεκα ως αγγελιαφόρων της βασιλείας.

139:1.5 (1549.3) Είτε ο Ιησούς δίδασκε ιδιωτικά τους αποστόλους ή κήρυσσε στο πλήθος, ο Ανδρέας ήταν συνήθως εξοικειωμένος, ε αυτό που συνέβαινε τι συνέβαινε· ήταν ένα εκτελεστικό στέλεχος όλο κατανόηση και ένας ικανός διαχειριστής. Λάμβανε άμεσες αποφάσεις για κάθε θέμα που του γνωστοποιούταν εκτός και αν έκρινε ότι το πρόβλημα ήταν πέραν της δικαιοδοσίας του, οπότε σε αυτήν την περίπτωση θα το πήγαινε κατευθείαν στον Ιησού.

139:1.6 (1549.4) Ο Ανδρέας και ο Πέτρος ήταν πολύ ανόμοιοι στον χαρακτήρα και στην ιδιοσυγκρασία, αλλά θα πρέπει να καταγραφεί στους αιώνες ότι προς τιμήν τους τα πήγαιναν περίφημα μεταξύ τους. Ο Ανδρέας δεν ζήλευε ποτέ την ρητορική ικανότητα του Πέτρου. Δεν βρίσκεται συχνά μεγαλύτερος αδερφός στον τύπο του Ανδρέα που να ασκεί τόσο σημαντική επιρροή σε έναν μικρότερο και ταλαντούχο αδερφό. Ο Ανδρέας και ο Πέτρος ποτέ δεν φαινόταν να ζηλεύουν ούτε στο ελάχιστο ο ένας τις ικανότητες και τα επιτεύγματα του άλλου. Αργά το βράδυ την ημέρα της Πεντηκοστής, όταν, μέσα από το ενθουσιώδες και γεμάτο έμπνευση κήρυγμα του Πέτρου, δύο χιλιάδες ψυχές προστέθηκαν στο βασίλειο, ο Ανδρέας είπε στον αδερφό του: «Εγώ δεν θα μπορούσαν να το κάνω αυτό, αλλά χαίρομαι που έχω έναν αδερφό που μπορεί.» Και ο Πέτρος απάντησε: «Αλλά αν δεν ήσουν εσύ να με φέρεις στον Κύριο και με την σταθερότητά σου να με κρατήσεις σε αυτόν, δεν θα ήμουν εδώ τώρα να κάνω αυτό.» Ο Ανδρέας και ο Πέτρος ήταν οι εξαιρέσεις στον κανόνα, και απέδειξαν ότι ακόμα και τα αδέρφια μπορούν να ζήσουν μαζί ειρηνικά και να δουλεύουν μαζί αποτελεσματικά.

139:1.7 (1549.5) Μετά την Πεντηκοστή ο Πέτρος ήταν διάσημος, αλλά ποτέ δεν ενόχλησε τον μεγαλύτερο Ανδρέα το ότι πέρασε την υπόλοιπη ζωή του να συστήνεται ως ο «αδερφός του Σίμωνα Πέτρου.»

139:1.8 (1549.6) Από όλους τους αποστόλους, ο Ανδρέας ήξερε να κρίνει καλύτερα τους ανθρώπους του. Γνώριζε ότι πρόβλημα σιγόβραζε στην καρδιά του Ιούδα του Ισκαριώτη ακόμα και όταν κανένας από τους άλλους δεν υποπτευόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τον ταμία τους· αλλά δεν είπε σε κανέναν για τους φόβους του. Η σπουδαία υπηρεσία του Ανδρέα στο βασίλειο ήταν στο να συμβουλεύει τον Πέτρο, τον Ιάκωβο, και τον Ιωάννη για την επιλογή των πρώτων ιεραποστόλων που θα πήγαιναν να κηρύξουν το ευαγγέλιο, καθώς και οι συμβουλές του σε αυτούς τους πρώτους ηγέτες για την οργάνωση και την διαχείριση των υποθέσεων του βασιλείου. Ο Ανδρέας είχε ένα μεγάλο χάρισμα στο να ανακαλύπτει τα κρυφά χαρίσματα και ταλέντα των νέων ανθρώπων.

139:1.9 (1549.7) Πολύ σύντομα μετά την ανάληψη του Ιησού, ο Ανδρέας άρχισε να γράφει ένα προσωπικό αρχείο με πολλές από τις ρήσεις και πράξεις του Κυρίου του που είχε πια φύγει. Μετά από τον θάνατο του Ανδρέα φτιάχτηκαν και άλλα αντίγραφα από αυτό το ιδιωτικό αρχείο και κυκλοφορούσαν ελεύθερα ανάμεσα στους πρώτους δασκάλους της Χριστιανικής εκκλησίας. Αυτές οι ανεπίσημες σημειώσεις του Ανδρέα στη συνέχεια υπέστησαν επεξεργασία, αναθεωρήθηκαν, τροποποιήθηκαν, και προστέθηκαν, μέχρις ότου να αποτελούν μια αρκετά συνεχή αφήγηση της ζωής του Κυρίου πάνω στη γη. Το τελευταίο από αυτά τα τροποποιημένα και αναθεωρημένα αντίγραφα καταστράφηκε από την φωτιά της Αλεξάνδρειας περίπου εκατό χρόνια μετά την γραφή του πρωτότυπου από τον πρωτόκλητο των δώδεκα αποστόλων.

139:1.10 (1550.1) Ο Ανδρέας είχε διορατικότητα, καθαρό μυαλό, λογική σκέψη, και σταθερές αποφάσεις, και η μεγαλύτερη δύναμη του χαρακτήρα του συνίστατο στην ασύγκριτη σταθερότητά του. Το ελάττωμα του χαρακτήρα του ήταν η έλλειψη ενθουσιασμού· πολλές φορές δεν κατάφερνε να ενθαρρύνει τους συντρόφους του με τις λογικές συστάσεις του και συμβουλές του. Και αυτή η επιφυλακτικότητά του στο να επαινεί τα άξια επιτεύγματα των φίλων του οφειλόταν στην απέχθειά του στην κολακεία και στην ανειλικρίνεια. Ο Ανδρέας ήταν ένας από εκείνους τους πολύπλευρους, ήρεμους, αυτοδημιούργητους, και πετυχημένους άνδρες των μετριοπαθών υποθέσεων.

139:1.11 (1550.2) Ο καθένας από τους αποστόλους αγαπούσε τον Ιησού, αλλά παραμένει αληθές το ότι ο καθένας από τους δώδεκα προσελκύστηκε από εκείνον λόγω κάποιου συγκεκριμένου χαρακτηριστικού της προσωπικότητας, το οποίο ήταν ιδιαίτερα δελεαστικό για εκείνον τον απόστολο. Ο Ανδρέας θαύμαζε τον Ιησού για την σταθερή του ειλικρίνεια, και την ανεπηρέαστη αξιοπρέπειά του. Άπαξ και οι άνθρωποι γνώριζαν τον Ιησού, καταλαμβάνονταν από την παρόρμηση να τον μοιραστούν με τους φίλους τους· πραγματικά ήθελαν να τον γνωρίσει όλος ο κόσμος.

139:1.12 (1550.3) Όταν οι μεταγενέστερες διώξεις σκόρπισαν τους αποστόλους από την Ιερουσαλήμ, ο Ανδρέας ταξίδεψε μέσα από την Αρμενία, την Μικρά Ασία, και την Μακεδονία και, αφού έφερε πολλές χιλιάδες στο βασίλειο, τελικά συνελήφθη και σταυρώθηκε στην Πάτρα της Αχαΐας. Πέρασαν δύο ολόκληρες μέρες πριν τελικά εκπνεύσει στον σταυρό αυτός ο ρωμαλέος άνδρας, και όλες αυτές τις τραγικές ώρες συνέχιζε να διακηρύσσει δυναμικά τα χαρμόσυνα νέα της σωτηρίας του βασιλείου των ουρανών.

2. Ο ΣΙΜΩΝ ΠΕΤΡΟΣ

139:2.1 (1550.4) Όταν ο Σίμων έγινε μέλος της αποστολικής ομάδας, ήταν τριάντα χρονών. Ήταν παντρεμένος, είχε τρία παιδιά, και ζούσε στην Βηθσαϊδά, κοντά στην Καπερναούμ. Ο αδερφός του, ο Ανδρέας, και η μητέρα της γυναίκας του ζούσαν μαζί του. Και ο Πέτρος και ο Ανδρέας ήταν αλιείς συνεταίροι των γιων του Ζεβεδαίου.

139:2.2 (1550.5) Ο Κύριος γνώριζε τον Σίμωνα για κάμποσο καιρό πριν τον παρουσιάσει ο Ανδρέας για δεύτερο απόστολο. Όταν ο Ιησούς έδωσε στον Σίμωνα το όνομα Πέτρος, το έκανε με χαμόγελο· επρόκειτο να είναι είδος προσωνυμίας. Ο Σίμων ήταν καλά γνωστός σε όλους τους φίλους του ως ένας ασταθής και παρορμητικός τύπος. Στ’ αλήθεια, αργότερα, ο Ιησούς απέδωσε μια νέα και σπουδαία σημασία σε αυτό το ανάλαφρα δοθέν προσωνύμιο.

139:2.3 (1550.6) Ο Σίμων Πέτρος ήταν ένας άνθρωπος παρορμητικός, ένας αισιόδοξος. Είχε μεγαλώσει συνηθισμένος να αφήνεται να παρασύρεται από ισχυρά συναισθήματα· συνεχώς έμπλεκε σε δυσκολίες επειδή πάντα μιλούσε χωρίς να σκέφτεται. Αυτού του είδους η απερισκεψίες δημιουργούσαν και συνεχείς μπελάδες σε όλους τους φίλους του και τους συνεργάτες του και ήταν η αιτία που ο Κύριος τον επέπληττε ήπια πολλές φορές. Ο μόνος λόγος που ο Πέτρος δεν έμπλεκε σε περισσότερες φασαρίες εξαιτίας του άσκεφτου λόγου του ήταν που από νωρίς έμαθε να συζητά πολλά από τα σχέδιά του με τον αδερφό του τον Ανδρέα, πριν φτάσει στο να τα δημοσιοποιήσει.

139:2.4 (1550.7) Ο Πέτρος ήταν δεινός ρήτορας, εύγλωττος και παραστατικός. Ήταν ακόμα, από φύση του εμπνευσμένος ηγέτης ανθρώπων, είχε γρήγορη σκέψη αλλά όχι και βαθιά λογική. Ρωτούσε πολλές ερωτήσεις, περισσότερες από ότι όλοι οι άλλοι απόστολοι μαζί, και αν και οι περισσότερες από αυτές τις ερωτήσεις ήταν καλές και μέσα στο θέμα, πολλές ήταν απερίσκεπτες και ανόητες. Ο Πέτρος δεν διέθετε βαθύ νου, αλλά γνώριζε το μυαλό του αρκετά καλά. Ήταν λοιπόν ένας άνθρωπος γρήγορων αποφάσεων και αιφνίδιων πράξεων. Ενώ οι άλλοι κουβέντιαζαν έκπληκτοι βλέποντας τον Ιησού στην παραλία, ο Πέτρος πήδηξε στο νερό και κολύμπησε μέχρι την ακτή για να συναντήσει τον Κύριό του.

139:2.5 (1551.1) Το χαρακτηριστικό που θαύμαζε περισσότερο ο Πέτρος στον Ιησού ήταν η μεγάλη του τρυφερότητα. Ο Πέτρος ποτέ δεν κουραζόταν να σκέφτεται την καρτερία του Ιησού. Ποτέ δεν ξέχασε το μάθημα για την συγχώρεση των παραβατών, όχι μόνο για επτά φορές αλλά για εβδομήντα επτά. Και σκεφτόταν πολύ τον όλο συγχώρεση χαρακτήρα του Κυρίου εκείνες τις μαύρες και θλιβερές μέρες αμέσως μετά την απερίσκεπτη και χωρίς πρόθεση άρνησή του για τον Ιησού, στην αυλή του ανώτατου ιερέα.

139:2.6 (1551.2) Ο Σίμων Πέτρος ήταν απογοητευτικά ταλαντευόμενος· μπορούσε ξαφνικά να ταλαντευτεί από το ένα άκρο στο άλλο. Πρώτα αρνήθηκε να αφήσει τον Ιησού να του πλύνει τα πόδια και μετά, ακούγοντας την απάντηση του Κυρίου, ικέτευσε να πλυθεί ολόκληρος. Αλλά, παρόλα αυτά, ο Ιησούς γνώριζε ότι τα ελαττώματα του Πέτρου ήταν στο κεφάλι του και όχι στην καρδιά του. Ήταν ένας από τους πιο ανεξήγητους συνδυασμούς θάρρους και δειλίας που έζησαν ποτέ στην γη. Η μεγάλη δύναμη του χαρακτήρα του ήταν η πίστη και η φιλία. Ο Πέτρος αληθινά και ειλικρινά αγαπούσε τον Ιησού. Και παρά την απέραντη δύναμη της αφοσίωσης ήταν τόσο ασταθής και ασυνεπής που επέτρεψε σε μια υπηρέτρια να τον παρασύρει στο να αρνηθεί τον Κύριο και Αφέντη του. Ο Πέτρος άντεχε τις διώξεις και όποια άλλη μορφή άμεσης επίθεσης, αλλά παράλυε και δείλιαζε μπροστά στην γελοιοποίηση. Ήταν ένας γενναίος στρατιώτης όταν αντιμετώπιζε μια επίθεση κατά μέτωπο, αλλά ζάρωνε από φόβο όταν αιφνιδιαζόταν από μια επίθεση από τα όπισθεν.

139:2.7 (1551.3) Ο Πέτρος ήταν ο πρώτος από τους αποστόλους που προχώρησε μπροστά για να υπερασπιστεί το έργο του Φιλίππου στους Σαμαρείτες και του Παύλου στους αλλόθρησκους· και όμως αργότερα στην Αντιόχεια έκανε πίσω όταν αντιμετώπισε κάποιους Ιουδαίους που τον κορόιδευαν, και αποτραβήχτηκε προσωρινά από τους αλλόθρησκους μόνο και μόνο για να προκαλέσει την άφοβη καταγγελία του Παύλου.

139:2.8 (1551.4) Ήταν ο πρώτος από τους αποστόλους που παραδέχτηκε ανεπιφύλακτα την συνδυασμένη ανθρώπινη και θεϊκή φύση του Ιησού και ο πρώτος – εκτός από τον Ιούδα – που τον αρνήθηκε. Ο Πέτρος δεν ήταν και τόσο ονειροπόλος, αλλά δεν του άρεσε να κατεβαίνει από τα σύννεφα της έκστασης και του ενθουσιασμού της δραματικής απόλαυσης στον απλό και κοινό κόσμο της πραγματικότητας.

139:2.9 (1551.5) Ακολουθώντας τον Ιησού, κυριολεκτικά και μεταφορικά, είτε οδηγούσε την πορεία ή είτε θα έμενε πίσω – «ακολουθώντας από μακριά.» Αλλά ήταν ο πιο σημαντικός κήρυκας και από τους δώδεκα· έκανε τα περισσότερα από οποιονδήποτε, εκτός από τον Παύλο, για να ιδρυθεί η βασιλεία των ουρανών και να σταλούν οι αγγελιαφόροι της στα πέρατα της γης μέσα σε μια γενιά.

139:2.10 (1551.6) Μετά τις επιπόλαιες αρνήσεις του Κυρίου ξαναβρήκε τον εαυτό του, και με την συμπαθή και γεμάτη κατανόηση καθοδήγηση του Ανδρέα, ηγήθηκε της επιστροφής στα αλιευτικά δίχτυα καθώς οι απόστολοι ανέμεναν να μάθουν τι θα συνέβαινε μετά την σταύρωση. Όταν είχε πειστεί εντελώς ότι ο Ιησούς τον είχε συγχωρήσει και ήξερε ότι ήταν πάλι δεκτός στο ποίμνιο του Κυρίου, η φωτιά του βασιλείου έκαιγε με τόση δύναμη στην ψυχή του ώστε έγινε το μεγάλο και σωτήριο φως για χιλιάδες ανθρώπων που βρίσκονταν στο σκοτάδι.

139:2.11 (1551.7) Αφού έφυγαν από την Ιερουσαλήμ και πριν γίνει ο Παύλος το ηγετικό πνεύμα ανάμεσα στις εθνικές Χριστιανικές εκκλησίες, ο Πέτρος ταξίδεψε εκτεταμένα, επισκεπτόμενος όλες τις εκκλησίες από την Βαβυλώνα μέχρι την Κόρινθο. Επισκέφτηκε ακόμα και διακόνησε σε πολλές εκκλησίες οι οποίες είχαν ιδρυθεί από τον Παύλο. Παρόλο που ο Πέτρος και ο Παύλος διέφεραν πολύ στον χαρακτήρα και στην εκπαίδευση, ακόμα και στην θεολογία, δούλευαν μαζί αρμονικά για την ανέγερση των εκκλησιών τα μεταγενέστερα χρόνια τους.

139:2.12 (1552.1) Κάτι από το στυλ του Πέτρου και την διδασκαλία του φαίνεται στις ομιλίες που καταγράφτηκαν εν μέρει από τον Λουκά και στο Ευαγγέλιο του Μάρκου. Το σθεναρό του στυλ φαίνεται καλύτερα στην επιστολή του την γνωστή ως η Πρώτη Επιστολή του Πέτρου· τουλάχιστον αυτό ίσχυε πριν τροποποιηθεί μεταγενέστερα από έναν μαθητή του Παύλου.

139:2.13 (1552.2) Αλλά ο Πέτρος συνεχώς έκανε το λάθος να προσπαθεί να πείσει τους Εβραίους ότι ο Ιησούς ήταν, μετά από όλα αυτά, στην πραγματικότητα και αληθινά ο Ιουδαίος Μεσσίας. Μέχρι και την ημέρα του θανάτου του, ο Σίμων Πέτρος συνέχισε να υποφέρει από σύγχυση μέσα στο μυαλό του ανάμεσα στις έννοιες του Ιησού ως Ιουδαίου Μεσσία, του Χριστού ως σωτήρα του κόσμου, και του Υιού του Ανθρώπου ως αποκάλυψη του Θεού, του στοργικού Πατέρα όλης της ανθρωπότητας.

139:2.14 (1552.3) Η γυναίκα του Πέτρου ήταν μια πολύ ικανή γυναίκα. Για χρόνια δούλευε ικανοποιητικά σαν μέλος της γυναικείας ομάδας, και όταν ο Πέτρος εκδιώχτηκε από την Ιερουσαλήμ, τον συντρόφεψε σε όλα του τα ταξίδια στις εκκλησίες καθώς και στις ιεραποστολικές εκστρατείες. Και την ημέρα που ο λαμπρός της σύζυγος έδωσε την ζωή του, αυτή ρίχτηκε στα άγρια θηρία στην αρένα της Ρώμης.

139:2.15 (1552.4) Και έτσι αυτός ο άνθρωπος ο Πέτρος, ένα οικείος του Ιησού, ένας από τον στενό κύκλο, προχώρησε από την Ιερουσαλήμ διακηρύσσοντας τα χαρμόσυνα νέα της βασιλείας με ισχύ και δόξα μέχρις ότου η πληρότητα της διακονίας του είχε επιτευχθεί· και θεώρησε τον εαυτό του αποδέκτη υψηλών τιμών όταν οι διώκτες του τον πληροφόρησαν ότι έπρεπε να πεθάνει όπως είχε πεθάνει ο Κύριός του – πάνω στον σταυρό. Και έτσι ο Σίμων Πέτρος σταυρώθηκε στην Ρώμη.

3. Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΟΥ ΖΕΒΕΔΑΙΟΥ

139:3.1 (1552.5) Ο Ιάκωβος, ο μεγαλύτερος από τους δύο αποστόλους γιους του Ζεβεδαίου, τους οποίους ο Ιησούς προσονόμασε «γιους του κεραυνού,» ήταν τριάντα χρονών όταν έγινε απόστολος. Ήταν παντρεμένος, είχε τέσσερα παιδιά, και ζούσε κοντά στους γονείς του στα περίχωρα της Καπερναούμ, στην Βηθσαϊδά. Ήταν ψαράς, και ασκούσε το επάγγελμά του μαζί με τον μικρότερο αδερφό του τον Ιωάννη και συνεταιρικά με τον Ανδρέα και τον Σίμωνα. Ο Ιάκωβος και ο αδερφός του ο Ιωάννης είχαν το προνόμιο να γνωρίζουν τον Ιησού περισσότερο καιρό από τους άλλους αποστόλους.

139:3.2 (1552.6) Αυτός ο ικανός απόστολος ήταν αντιφατικός χαρακτήρας· φαινόταν σαν να είχε πραγματικά δύο φύσεις, που και οι δύο προερχόντουσαν από ισχυρά συναισθήματα. Γινόταν πολύ βίαιος όταν οργιζόταν. Είχε βίαιες αντιδράσεις όταν τον προκαλούσαν, και όταν υποχωρούσε η καταιγίδα, πάντα συνήθιζε να δικαιώνει και να δικαιολογεί τον θυμό του με την πρόφαση ότι ήταν εξ ολοκλήρου μια εκδήλωση της δίκαιης αγανάκτησής του. Εκτός από αυτές τις παροδικές εκρήξεις θυμού, η προσωπικότητα του Ιάκωβου έμοιαζε πολύ με του Ανδρέα. Δεν είχε την διακριτικότητα του Ανδρέα ή διορατικότητα για την ανθρώπινη φύση, αλλά ήταν πολύ καλύτερος ρήτορας. Μετά τον Πέτρο, και εκτός από τον Ματθαίο, ο Ιάκωβος ήταν ο καλύτερος ρήτορας ανάμεσά τους.

139:3.3 (1552.7) Αν και ο Ιάκωβος δεν ήταν σε καμία περίπτωση κυκλοθυμικός, την μια μέρα μπορεί να ήταν ήσυχος και σιωπηλός και την άλλη μέρα ένα πολύ καλός ομιλητής και αφηγητής ιστοριών. Συνήθως μιλούσε ελεύθερα με τον Ιησού, αλλά ανάμεσα στους δώδεκα, μπορεί και για ολόκληρες μέρες να ήταν ο σιωπηλός άνθρωπος. Η μεγάλη του αδυναμία ήταν αυτές οι περίοδοι ανεξήγητης σιωπής.

139:3.4 (1552.8) Το πιο αξιόλογο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του Ιάκωβου ήταν η ικανότητά του να βλέπει όλες τις πλευρές μιας πρότασης. Από όλους τους δώδεκα, αυτός ήταν που πλησίασε περισσότερο στο να καταλάβει την αληθινή σπουδαιότητα και την σημασία της διδασκαλίας του Ιησού. Και αυτός επίσης, άργησε στην αρχή, να καταλάβει την σημασία του Κυρίου, αλλά πριν τελειώσουν την εκπαίδευσή τους, είχε αποκτήσει μια ανώτερη αντίληψη του μηνύματος του Ιησού. Ο Ιάκωβος ήταν ικανός να κατανοεί ένα πλατύ εύρος της ανθρώπινης φύσης· τα πήγαινε καλά με τον πολύπλευρο Ανδρέα, τον ορμητικό Πέτρο, και τον εγκρατή αδερφό του τον Ιωάννη.

139:3.5 (1553.1) Αν και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης είχαν τα προβλήματά τους όταν προσπαθούσαν να δουλέψουν μαζί, ήταν πηγή έμπνευσης να παρατηρείς πόσο καλά τα πήγαιναν. Δεν τα κατάφερναν τόσο καλά όσο ο Ανδρέας και ο Πέτρος, αλλά τα κατάφερναν πολύ πιο καλά από ότι ήταν αναμενόμενο για δυο αδέρφια, ειδικά για τόσο πεισματάρικα και αποφασιστικά αδέρφια. Αλλά, όσο και αν φαίνεται παράξενο, αυτοί οι δύο γιοι του Ζεβεδαίου ήταν πολύ πιο ανεκτικοί ο ένας με τον άλλο, παρά με τους ξένους. Αγαπούσαν πολύ ο ένας τον άλλο· από πάντα ήταν καλοί σύντροφοι στα παιχνίδια τους. Ήταν αυτοί «οι γιοι του κεραυνού» που ήθελαν να καλέσουν την πυρά εξ ουρανού για να καταστρέψει τους Σαμαρείτες που τόλμησαν να δείξουν ασέβεια στον Κύριό τους. Αλλά ο πρόωρος θάνατος του Ιάκωβου τροποποίησε κατά πολύ τον βίαιο χαρακτήρα του νεότερου αδερφού του Ιωάννη.

139:3.6 (1553.2) Το χαρακτηριστικό του Ιησού που θαύμαζε περισσότερο ο Ιάκωβος ήταν συμπονετική στοργή του Κυρίου. Το όλο κατανόηση ενδιαφέρον του Ιησού για τους μικρούς και τους σπουδαίους, τους πλούσιους και τους φτωχούς, του έκανε μεγάλη εντύπωση.

139:3.7 (1553.3) Ο Ιάκωβος του Ζεβεδαίου είχε ισορροπημένη σκέψη και προγραμματισμού. Μαζί με τον Ανδρέα, ήταν ένας από τους πιο λογικούς της αποστολικής ομάδας. Ήταν ένας ρωμαλέος άνθρωπος αλλά ποτέ δεν βιαζόταν. Ήταν ένας θαυμάσιος εξισορροπητικός τροχός για τον Πέτρο.

139:3.8 (1553.4) Ήταν μετριόφρων και μη δραματικός, ένας καθημερινός βοηθός, ένας ανεπιτήδευτος εργάτης, που δεν αναζητούσε καμία ειδική ανταμοιβή από την στιγμή που κατάλαβε κάτι από την πραγματική σημασία του βασιλείου. Ακόμα και στην ιστορία για την μητέρα του Ιάκωβου και του Ιωάννη, που ζήτησε οι γιοι της να πάρουν τις θέσεις στα δεξιά και στα αριστερά του Ιησού, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ήταν η μητέρα που έκανε αυτό το αίτημα. Και όταν επισήμαναν ότι ήταν έτοιμοι να αναλάβουν τέτοιες ευθύνες, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι είχαν επίγνωση των κινδύνων που συνόδευαν την υποτιθέμενη εξέγερση του Κυρίου ενάντια στην Ρωμαϊκή εξουσία, και ότι ήταν επίσης πρόθυμοι να πληρώσουν το τίμημα. Όταν ο Ιησούς ρώτησε αν ήταν έτοιμοι να πιούν το ποτήριο, απάντησαν ότι ήταν. Και όσον αφορά τον Ιάκωβο, ήταν κυριολεκτικά αλήθεια – πραγματικά ήπιε από το ποτήριο με τον Κύριο, και ήταν ο πρώτος από τους αποστόλους που μαρτύρησε, και θανατώθηκε νωρίς με την σπάθη από τον Ηρώδη Αγρίππα. Έτσι ο Ιάκωβος ήταν ο πρώτος από τους δώδεκα που θυσίασε την ζωή του στην νέα γραμμή της μάχης για τη βασιλεία. Ο Ηρώδης Αγρίππας φοβόταν τον Ιάκωβο περισσότερο από όλους τους αποστόλους. Ήταν πραγματικά ήσυχος και σιωπηλός, αλλά ήταν γενναίος και αποφασιστικός όταν ένοιωθε ότι προκαλούσαν τις πεποιθήσεις του.

139:3.9 (1553.5) Ο Ιάκωβος έζησε την ζωή του στο έπακρο, και όταν ήρθε το τέλος, το άντεξε με πολλή ευγένεια και σθένος ώστε ακόμα και ο κατήγορός του και καταδότης του, που παρακολούθησε την δίκη και την εκτέλεσή του, συγκινήθηκε τόσο πολύ που έφυγε μακριά από την σκηνή θανάτου του Ιακώβου για να γίνει και αυτός μαθητής του Ιησού.

4. Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥ ΖΕΒΕΔΑΙΟΥ

139:4.1 (1553.6) Όταν έγινε απόστολος, ο Ιωάννης ήταν είκοσι τεσσάρων χρονών και ήταν ο νεότερος από τους δώδεκα. Δεν ήταν παντρεμένος και ζούσε με τους γονείς του στην Βηθσαϊδά· ήταν ψαράς και εργαζόταν με τον αδερφό του τον Ιάκωβο συνεταιρικά με τον Ανδρέα και τον Πέτρο. Και πριν και μετά που έγινε απόστολος, ο Ιωάννης λειτουργούσε σαν ο προσωπικός αντιπρόσωπος του Ιησού αφού ασχολούταν με την οικογένεια του Κυρίου, και συνέχισε να έχει αυτήν την ευθύνη όσο ζούσε η μητέρα του Ιησού η Μαρία.

139:4.2 (1553.7) Εφόσον ο Ιωάννης ήταν ο νεότερος από τους δώδεκα και είχε τόσο στενή σχέση με τις οικογενειακές υποθέσεις του Ιησού, ήταν πολύ αγαπητός στον Κύριο, αλλά δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό που έχει λεχθεί ότι ήταν «ο μαθητής που αγαπούσε ο Ιησούς». Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε μια τέτοια μεγαλόψυχη προσωπικότητα σαν του Ιησού να ευθύνεται για εύνοια, ότι αγαπούσε έναν του μαθητή περισσότερο από τους άλλους. Το γεγονός ότι ο Ιωάννης ήταν ένας από τους τρεις προσωπικούς βοηθούς του Ιησού έδωσε περισσότερο χρώμα σε αυτήν την λανθασμένη ιδέα, εκτός από το ότι ο Ιωάννης μαζί με τον αδερφό του τον Ιάκωβο, γνώριζαν τον Ιησού περισσότερο καιρό από ότι οι άλλοι.

139:4.3 (1554.1) Ο Πέτρος, ο Ιάκωβος, και ο Ιωάννης είχαν οριστεί προσωπικοί βοηθοί του Ιησού σχεδόν αμέσως από τότε που έγιναν απόστολοι. Όταν έγινε η επιλογή των δώδεκα και την στιγμή που διόρισε τον Ανδρέα να ενεργεί σαν διευθυντής της αποστολικής ομάδας, του είπε: «Και τώρα επιθυμώ να ορίσεις δύο ή τρεις από τους συντρόφους σου που να είναι μαζί μου και να παραμένουν στο πλευρό μου, να με στηρίζουν, και να με βοηθούν για τις καθημερινές μου ανάγκες.» Και ο Ανδρέας θεώρησε καλύτερο να επιλέξει για αυτό το ιδιαίτερο καθήκον τους επόμενους τρεις πρωτόκλητους απόστολους. Θα ήθελε και ο ίδιος να προσφερθεί για μια τόσο ευλογημένη υπηρεσία, αλλά ο Κύριος του είχε ήδη αναθέσει το έργο του· έτσι αμέσως έδωσε την εντολή ο Πέτρος, ο Ιάκωβος, και ο Ιωάννης να αναλάβουν να βρίσκονται κοντά στον Ιησού.

139:4.4 (1554.2) Ο Ιωάννης του Ζεβεδαίου είχε πολλά καλά στοιχεία στον χαρακτήρα του, αλλά ένα από αυτά που δεν ήταν τόσο καλό ήταν η υπέρμετρη αλλά καλά κρυμμένη έπαρσή του. Η μακρά σχέση του με τον Ιησού επέφερε πολλές αλλαγές στον χαρακτήρα του. Αυτή του η έπαρση μειώθηκε κατά πολύ, αλλά όταν γέρασε και άρχισε λίγο-πολύ να παιδιαρίζει, αυτή η αυτό- εκτίμηση ξαναεμφανίστηκε σε κάποιο βαθμό, έτσι ώστε, όταν άρχισε να κατευθύνει τον Νάθαν στο γράψιμο του Ευαγγελίου που τώρα φέρει το όνομά του, ο ηλικιωμένος απόστολος δεν δίστασε να αναφέρεται επανειλημμένα στον εαυτό του ως «ο μαθητής που αγαπούσε ο Ιησούς». Μπροστά στο γεγονός ότι ο Ιωάννης πλησίασε περισσότερο στο να είναι ο προσωπικός φίλος του Ιησού από ότι οποιοσδήποτε θνητός στην γη, και ότι ήταν ο επιλεγμένος προσωπικός του αντιπρόσωπος σε τόσο πολλά θέματα, δεν είναι παράξενο που έφτασε να θεωρεί τον εαυτό του σαν τον «μαθητή που αγαπούσε ο Ιησούς» εφόσον ήξερε με σιγουριά ότι ήταν ο μαθητής που εμπιστευόταν τόσο συχνά ο Ιησούς.

139:4.5 (1554.3) Το πιο δυνατό γνώρισμα στον χαρακτήρα του Ιωάννη ήταν η αξιοπιστία του. Ήταν γρήγορος και θαρραλέος, πιστός και αφοσιωμένος. Η μεγαλύτερη αδυναμία του ήταν αυτή η χαρακτηριστική έπαρση. Ήταν το νεότερο μέλος της οικογένειας του πατέρα του και το νεότερο της αποστολικής ομάδας. Ίσως ήταν λιγάκι κακομαθημένος· μπορεί να ήταν και κάπως υπερβολικά αστειευόμενος. Αλλά ο Ιωάννης των μετέπειτα χρόνων ήταν ένας πολύ διαφορετικός τύπος ανθρώπου από τον αυτοθαυμαζόμενο και αυθαιρετούντα νεαρό άνδρα που εντάχθηκε στις τάξεις των αποστόλων του Ιησού όταν ήταν είκοσι τεσσάρων.

139:4.6 (1554.4) Τα χαρακτηριστικά του Ιησού που εκτιμούσε περισσότερο ο Ιωάννης ήταν η αγάπη και του Κυρίου και η ανιδιοτέλειά του· αυτά τα χαρακτηριστικά του έκαναν τέτοια εντύπωση που όλη την μεταγενέστερη ζωή του την κυριαρχούσε αυτό το συναίσθημα της αγάπης και της αδερφικής αφοσίωσης. Μιλούσε για αγάπη και έγραφε για αγάπη. Αυτός «ο γιος του κεραυνού» έγινε «ο απόστολος της αγάπης»· και στην Έφεσο, όταν ο ηλικιωμένος επίσκοπος δεν μπορούσε πια να σταθεί στον άμβωνα και να κηρύσσει αλλά χρειαζόταν να μεταφέρεται στην εκκλησία με μια καρέκλα, και όταν στο κλείσιμο της λειτουργίας του ζητήθηκε να πει λίγα λόγια στους πιστούς, για χρόνια τα μόνα του λόγια ήταν, «Τεκνία μου, αγαπάτε αλλήλους.»

139:4.7 (1554.5) Ο Ιωάννης ήταν ένας άνδρας ολιγόλογος εκτός κι αν ξεσηκωνόταν ο θυμός του. Σκεφτόταν πολλά, μα έλεγε λίγα. Καθώς μεγάλωνε, η ιδιοσυγκρασία του έγινε περισσότερο συγκρατημένη καλύτερα ελεγχόμενη, αλλά ποτέ δεν ξεπέρασε την απροθυμία του να μιλά, ποτέ δεν κυριάρχησε πλήρως σε αυτήν στην επιφυλακτικότητα. Αλλά είχε το δώρο μιας αξιοσημείωτης και δημιουργικής φαντασίας.

139:4.8 (1555.1) Υπήρχε άλλη μια πλευρά στον Ιωάννη που κανένας δεν περίμενε ότι θα εύρισκε σε αυτόν τον ήσυχο και εσωστρεφή τύπο. Ήταν κάπως φανατικός και υπέρμετρα μισαλλόδοξος. Από αυτή την άποψη αυτός και ο Ιωάννης έμοιαζαν πολύ – και οι δυο ήθελαν να καλέσουν την πυρά εξ ουρανού στα κεφάλια των ασεβών Σαμαρειτών. Όταν ο Ιωάννης συνάντησε κάποιους ξένους που δίδασκαν στο όνομα του Ιησού, αμέσως τους το απαγόρευσε. Αλλά δεν ήταν ο μόνος από τους δώδεκα που είχε το ελάττωμα αυτού του είδους αυτό-εκτίμησης και αίσθησης ανωτερότητας.

139:4.9 (1555.2) Η ζωή του Ιωάννη επηρεάστηκε τρομερά από την εικόνα του Ιησού να τριγυρνά χωρίς σπίτι, καθώς ήξερε πόσο πιστά είχε προνοήσει για την φροντίδα της μητέρας και της οικογένειάς του. Ο Ιωάννης επίσης συμπονούσε βαθιά τον Ιησού για την αποτυχία της οικογένειάς του να τον καταλάβει, γνωρίζοντας ότι σταδιακά απομακρύνονταν από αυτόν. Όλη αυτή η κατάσταση, μαζί με το ότι ο Ιησούς πάντοτε ανέβαλλε και την παραμικρή του επιθυμία μπροστά στο θέλημα του Πατέρα του στον ουρανό, και η καθημερινή του ζωή σιωπηρής εμπιστοσύνης, έκαναν τέτοια εντύπωση στον Ιωάννη που επέφεραν αξιοσημείωτες και μόνιμες αλλαγές στον χαρακτήρα του, αλλαγές οι οποίες εκδηλώθηκαν σε όλη την μεταγενέστερη ζωή του.

139:4.10 (1555.3) Ο Ιωάννης είχε ένα ψύχραιμο και τολμηρό θάρρος που λίγοι από τους άλλους αποστόλους διέθεταν. Ήταν εκείνος ο απόστολος που ακολούθησε τον Ιησού την νύχτα της σύλληψής του και τόλμησε να συντροφέψει τον Κύριό του μέσα στα ίδια τα σαγόνια του θανάτου. Ήταν παρών και διαθέσιμος, πλησίον μέχρι την τελευταία επίγεια στιγμή και βρέθηκε να επιτελεί πιστά το καθήκον του σχετικά με την μητέρα του Ιησού και σε ετοιμότητα να λάβει τις επιπρόσθετες οδηγίες που ενδεχομένως να δίδονταν κατά τις τελευταίες στιγμές της θνητής ύπαρξης του Κυρίου. Ένα πράγμα είναι σίγουρο, ο Ιωάννης ήταν απόλυτα αξιόπιστος. Ο Ιωάννης συνήθως καθόταν στα δεξιά του Ιησού όταν οι δώδεκα γευμάτιζαν. Ήταν ο πρώτος από τους δώδεκα που πραγματικά και πλήρως πίστεψε στην ανάσταση, και ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε τον Κύριο όταν εμφανίστηκε σε αυτούς στην παραλία μετά την ανάστασή του.

139:4.11 (1555.4) Αυτός ο γιος του Ζεβεδαίου ήταν πολύ στενά συνδεδεμένος με τον Πέτρο στις πρώτες δραστηριότητες του Χριστιανικού κινήματος, και έγινε ένας από τους κύριους υποστηρικτές της εκκλησίας της Ιερουσαλήμ. Ήταν το δεξί χέρι του Πέτρου την ημέρα της Πεντηκοστής.

139:4.12 (1555.5) Αρκετά χρόνια μετά το μαρτυρικό θάνατο του Ιάκωβου, ο Ιωάννης παντρεύτηκε την χήρα του αδερφού του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τον φρόντιζε μια στοργική εγγονή.

139:4.13 (1555.6) Ο Ιωάννης φυλακίστηκε πολλές φορές και εξορίστηκε στη Νήσο Πάτμο για μια περίοδο τεσσάρων ετών μέχρι που ανήλθε στην εξουσία ένας άλλος αυτοκράτορας στην Ρώμη. Αν ο Ιωάννης δεν ήταν ευγενικός και συνετός, σίγουρα θα είχε σκοτωθεί όπως ο πιο ευθαρσής αδερφός του ο Ιάκωβος. Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο Ιωάννης, μαζί με τον Ιάκωβο τον αδερφό του Κυρίου, έμαθαν να ασκούν τον σοφό κατευνασμό όταν εμφανίζονταν μπροστά σε αστικούς δικαστές. Ανακάλυψαν ότι μια «γλυκεία απόκρισις καταπραΰνει θυμόν.» Ακόμα έμαθαν να αντιπροσωπεύουν την εκκλησία ως μια «πνευματική αδελφότητα αφιερωμένη στην κοινωνική υπηρεσία της ανθρωπότητας» παρά ως «την βασιλεία των ουρανών.» Δίδασκαν την στοργική υπηρεσία αντί την κυβερνητικής εξουσίας – βασίλειο και βασιλέα.

139:4.14 (1555.7) Όταν βρισκόταν στην Πάτμο για την προσωρινή του εξορία, ο Ιωάννης έγραψε το Βιβλίο της Αποκάλυψης, το οποίο έχετε πλέον σε μια σημαντικά συντομευμένη και διαστρεβλωμένη μορφή. Αυτό το Βιβλίο της Αποκάλυψης περιέχει τα σωζόμενα αποσπάσματα μιας μεγάλης αποκάλυψης, μεγάλα μέρη της οποίας χάθηκαν, άλλα μέρη της οποίας αφαιρέθηκαν, μεταγενέστερα της συγγραφής του Ιωάννη. Διατηρείται μοναχά σε αποσπασματική και νοθευμένη μορφή.

139:4.15 (1555.8) Ο Ιωάννης ταξίδεψε πολύ, εργαζόταν ακατάπαυστα, και αφού έγινε επίσκοπος των εκκλησιών της Ασίας, εγκαταστάθηκε στην Έφεσο. Κατεύθυνε τον συνεργάτη του, τον Νάθαν, στην συγγραφή του επονομαζόμενου «Κατά Ιωάννην» Ευαγγελίου, στην Έφεσο, όταν ήταν ενενήντα εννιά χρονών. Από όλους τους δώδεκα αποστόλους, ο Ιωάννης του Ζεβεδαίου έγινε τελικά ο εξέχων θεολόγος. Πέθανε από φυσικό θάνατο στην Έφεσο το έτος 103 μ.Χ. όταν ήταν σε ηλικία εκατό ενός ετών.

5. ΦΙΛΙΠΠΟΣ Ο ΠΕΡΙΕΡΓΟΣ

139:5.1 (1556.1) Ο Φίλιππος ήταν ο πέμπτος απόστολος που θα επιλεγόταν, ο οποίος κλήθηκε όταν ο Ιησούς και οι πρώτοι τέσσερις απόστολοί του βρίσκονταν στην διαδρομή από το ραντεβού με τον Ιωάννη στον Ιορδάνη, προς την Κανά της Γαλιλαίας. Αφού ζούσε στην Βηθσαϊδά, ο Φίλιππος γνώριζε τον Ιησού, αλλά ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό του ότι ο Ιησούς ήταν ένας πραγματικά σπουδαίος άνθρωπος μέχρι εκείνη την ημέρα στην κοιλάδα του Ιορδάνη όταν του είπε: «Ακόλουθοί μοι.» Ο Φίλιππος επίσης επηρεάστηκε κάπως από το γεγονός ότι ο Ανδρέας, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος, και ο Ιωάννης είχαν δεχτεί τον Ιησού ως τον Λυτρωτή.

139:5.2 (1556.2) Ο Φίλιππος ήταν είκοσι επτά χρονών όταν έγινε μέλος της αποστολικής ομάδας· ήταν πρόσφατα παντρεμένος, αλλά δεν είχε παιδιά εκείνο τον καιρό. Το προσωνύμιο που του έδωσαν οι απόστολοι σήμαινε «περιέργεια». Ο Φίλιππος ήθελε πάντα να του αποδεικνύουν. Ποτέ δεν φαινόταν να βλέπει σε βάθος οποιαδήποτε πρόταση. Δεν ήταν απαραίτητα κουτός, αλλά του έλειπε η φαντασία. Αυτή η έλλειψη φαντασίας ήταν το μεγάλο ελάττωμα του χαρακτήρα του. Ήταν ένα συνηθισμένο και κοινό άτομο.

139:5.3 (1556.3) Όταν οι απόστολοι οργανώθηκαν για υπηρεσία, ο Φίλιππος έγινε οικονόμος· το καθήκον του ήταν να φροντίζει να είναι πάντοτε εφοδιασμένοι με προμήθειες. Και ήταν ένας καλός οικονόμος. Το ισχυρότερο χαρακτηριστικό του ήταν η μεθοδική του σχολαστικότητα· ήταν και μαθηματικός και συστηματικός.

139:5.4 (1556.4) Ο Φίλιππος προερχόταν από μια οικογένεια των επτά, τριών αγοριών και τεσσάρων κοριτσιών. Ήταν ο δεύτερος κατά σειρά ηλικίας, και μετά την ανάσταση βάπτισε ολόκληρη την οικογένειά του στην βασιλεία. Οι άνθρωποι του Φιλίππου ήταν ψαράδες. Ο πατέρας του ήταν ένας πολύ ικανός άνθρωπος, βαθυστόχαστος, αλλά η μητέρα του ήταν από πολύ μέτρια οικογένεια. Ο Φίλιππος δεν ήταν ένας άνθρωπος που αναμενόταν να κάνει σπουδαία πράγματα, αλλά ήταν ένας άνθρωπος που μπορούσε να κάνει μικρά πράγματα με σπουδαίο τρόπο, να τα κάνει καλά και σωστά. Ελάχιστες μόνο φορές μέσα στα τέσσερα χρόνια δεν κατάφερε να έχει διαθέσιμα τρόφιμα για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες όλων. Ακόμα και οι πολλές επείγουσες ανάγκες που συνάντησαν στην ζωή που ζούσαν σπάνια τον βρήκαν απροετοίμαστο. Το τμήμα προμηθειών της αποστολικής οικογένειας ήταν ευφυώς και αποτελεσματικά διαχειριζόμενο.

139:5.5 (1556.5) Το δυνατό σημείο του Φιλίππου ήταν η μεθοδική του αξιοπιστία· το αδύνατο σημείο στη συγκρότησή του ήταν η παντελής του έλλειψη φαντασίας, η απουσία της ικανότητας να βάλει δύο και δύο μαζί για να βγάλει τέσσερα. Είχε μαθηματική αφηρημένη σκέψη αλλά δεν είχε δημιουργική φαντασία. Του έλειπαν σχεδόν εντελώς ορισμένα είδη φαντασίας. Ήταν ο τυπικός καθημερινός και συνηθισμένος μέσος άνθρωπος. Υπήρχαν πάρα πολλοί τέτοιοι άνδρες και γυναίκες στα πλήθη που έρχονταν να ακούσουν τον Ιησού να διδάσκει και να κηρύσσει, και έπαιρναν πολύ θάρρος όταν έβλεπαν έναν όμοιό τους να είναι εξυψωμένος σε αυτή την τιμημένη θέση στα συμβούλια του Κυρίου· έπαιρναν θάρρος από το γεγονός ότι ένας όμοιός τους είχε ήδη βρει μια υψηλή θέση στις υποθέσεις της βασιλείας. Και ο Ιησούς μάθαινε πολλά για τον τρόπο που λειτουργούν μερικά ανθρώπινα μυαλά όταν τόσο υπομονετικά άκουγε τις ανόητες ερωτήσεις του Φιλίππου και τόσες πολλές φορές συμμορφωνόταν με το αίτημα του οικονόμου του να «του δείξουν».

139:5.6 (1556.6) Μία ιδιότητα του Ιησού την οποία ο Φίλιππος θαύμαζε διαρκώς ήταν η ανεξάντλητη γενναιοδωρία του Κυρίου. Ποτέ δεν μπορούσε ο Φίλιππος να βρει οτιδήποτε στον Ιησού που να είναι μικρό, φτωχικό, ή τσιγγούνικο, και λάτρευε αυτήν την πανταχού παρούσα και αστείρευτη γενναιοδωρία.

139:5.7 (1557.1) Υπήρχαν λίγα πράγματα που να εντυπωσιάζουν σχετικά με την προσωπικότητα του Φιλίππου. Συχνά τον αποκαλούσαν «Φίλιππο της Βηθσαϊδά, την πόλη που ζουν ο Ανδρέας και ο Πέτρος.» Δεν είχε σχεδόν καθόλου διορατικότητα· ήταν ανίκανος να αντιληφθεί τις δραματικές πιθανότητες μιας δεδομένης κατάστασης. Δεν ήταν πεσιμιστής· ήταν απλά πεζός. Επίσης του έλειπε η πνευματική διορατικότητα. Δεν δίσταζε να διακόψει τον Ιησού στο μέσο μιας από τις πιο βαρυσήμαντες ομιλίες του, για να κάνει μια εμφανώς ανόητη ερώτηση. Αλλά ο Ιησούς ποτέ δεν τον επέπληξε για αυτή του την απερισκεψία· είχε υπομονή μαζί του και έδειχνε κατανόηση για την ανικανότητά του να αντιλαμβάνεται τις βαθύτερες σημασίες της διδασκαλίας. Ο Ιησούς γνώριζε καλά ότι αν επιτιμούσε τον Φίλιππο επειδή έκανε αυτές τις ενοχλητικές ερωτήσεις, δεν θα πλήγωνε μόνο αυτή την έντιμη ψυχή, αλλά μια τέτοια επίπληξη θα πλήγωνε τόσο τον Φίλιππο που ποτέ ξανά δεν θα αισθανόταν ελεύθερος να κάνει ερωτήσεις. Ο Ιησούς ήξερε καλά ότι στους κόσμους του χώρου υπήρχαν ανυπολόγιστα δισεκατομμύρια παρόμοιων αργόστροφων θνητών, και ήθελε να τους ενθαρρύνει όλους να τον κοιτούν και να αισθάνονται πάντοτε ελεύθεροι να έρθουν σε αυτόν με τις ερωτήσεις τους και τα προβλήματά τους. Εξ’ άλλου, ο Ιησούς ενδιαφερόταν περισσότερο για τις ανόητες ερωτήσεις του Φιλίππου παρά για το κήρυγμα που μπορεί να έκανε εκείνη την ώρα. Ο Ιησούς ενδιαφερόταν κυρίως και τους ανθρώπους, όλων των ειδών τους ανθρώπους.

139:5.8 (1557.2) Ο αποστολικός οικονόμος δεν ήταν ένας καλός δημόσιος κήρυκας, αλλά ήταν ένας πολύ αποτελεσματικός και επιτυχημένος εργάτης προσωπικά. Δεν αποθαρρυνόταν εύκολα· μοχθούσε και ήταν ευσυνείδητος και επίμονος σε οτιδήποτε ανελάμβανε. Είχε αυτό το σπουδαίο και σπάνιο χάρισμα να λέει, «Έλα.» Όταν ο πρώτος προσήλυτός του, ο Ναθαναήλ ήθελε να συζητήσει για τα προτερήματα και τα ελαττώματα του Ιησού και της Ναζαρέτ, η αποτελεσματική απάντηση του Φίλιππου ήταν, «Έλα να δεις.» Δεν ήταν ένας δογματικός κήρυκας που προέτρεπε τους ακροατές του να «Πάνε» να κάνουν ετούτο ή εκείνο. Αντιμετώπιζε όλες τις καταστάσεις όταν εμφανίζονταν στην εργασία του με το «Έλα» – «έλα μαζί μου και θα σου δείξω πως.» Και αυτή είναι πάντοτε η αποτελεσματική τεχνική σε όλες τις μορφές και φάσεις της διδασκαλίας. Ακόμη και οι γονείς μπορούν να μάθουν από τον Φίλιππο τον καλύτερο τρόπο να λένε στα παιδιά τους όχι «Πήγαινε να κάνεις αυτό και πήγαινε να κάνεις εκείνο», αλλά μάλλον, «Έλα μαζί μας ενώ επιδεικνύουμε και μοιραζόμαστε μαζί σου τον καλύτερο τρόπο».

139:5.9 (1557.3) Η ανικανότητα του Φίλιππου να προσαρμοστεί σε μια νέα κατάσταση φαινόταν πολύ καθαρά όταν ήρθαν οι Έλληνες στην Ιερουσαλήμ, και του είπαν: «Κύριε, επιθυμούμε να δούμε τον Ιησού.» Ο Φίλιππος θα έλεγε σε οποιονδήποτε Ιουδαίο που θα είχε ένα τέτοιο αίτημα, «Έλα.» Αλλά αυτοί οι άνθρωποι ήταν ξένοι, και ο Φίλιππος δεν θυμόταν κάποια οδηγία από τους ανωτέρους του που να αφορά τέτοια θέματα· έτσι το μόνο πράγμα που μπορούσε να σκεφτεί να κάνει ήταν να συμβουλευτεί τον αρχηγό, τον Ανδρέα, και έπειτα συνόδευσαν και οι δύο τους Έλληνες ερευνητές στον Ιησού. Παρόμοια, και όταν πήγαν στην Σαμάρεια κηρύσσοντας και βαπτίζοντας πιστούς, όπως τον είχε καθοδηγήσει ο Κύριός του, απέφευγε να βάζει τα χέρια του στους προσήλυτους σε ένδειξη ότι είχαν δεχτεί το Πνεύμα της Αληθείας. Αυτό γινόταν από τον Πέτρο και τον Ιωάννη, που επί του παρόντος είχαν έρθει από την Ιερουσαλήμ για να παρακολουθήσουν το έργο του για λογαριασμό της μητέρας εκκλησίας.

139:5.10 (1557.4) Ο Φίλιππος πέρασε τις ώρες της δοκιμασίας του θανάτου του Κυρίου, συμμετείχε στην αναδιοργάνωση των δώδεκα, και ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε για να κερδίσει ψυχές για το βασίλειο έξω από τις άμεσες Ιουδαϊκές τάξεις, και ήταν πιο επιτυχημένος για το έργο του με τους Σαμαρείτες και σε όλες τις επόμενες προσπάθειές του για χάρη του ευαγγελίου.

139:5.11 (1557.5) Η σύζυγος του Φιλίππου, που ήταν ένα ικανό μέλος του σώματος των γυναικών, ενεργοποιήθηκε δραστήρια με τον σύζυγό της στο ευαγγελικό του έργο μετά την φυγή τους από τις διώξεις στην Ιερουσαλήμ. Η σύζυγός του ήταν μια ατρόμητη γυναίκα. Στεκόταν στα πόδια του σταυρού του Φίλιππου ενθαρρύνοντάς τον να διακηρύξει τα χαρμόσυνα νέα ακόμα και στους δολοφόνους του, και όταν οι δυνάμεις του τον άφησαν, εκείνη άρχισε την αφήγηση της ιστορίας της σωτηρίας μέσω της πίστης στον Ιησού και σταμάτησε μόνο όταν οι εξοργισμένοι Εβραίοι όρμησαν πάνω της και την λιθοβόλησαν μέχρι θανάτου. Η μεγαλύτερη κόρη τους, η Λεία, συνέχισε το έργο τους, και αργότερα έγινε η φημισμένη προφήτισσα της Ιεράπολης.

139:5.12 (1558.1) Ο Φίλιππος, ο κάποτε οικονόμος των δώδεκα, ήταν ένας ισχυρός άνθρωπος στην βασιλεία, κερδίζοντας ψυχές όπου και να πήγαινε· και τελικά σταυρώθηκε για την πίστη του και ετάφη στην Ιεράπολη.

6. Ο ΕΝΤΙΜΟΣ ΝΑΘΑΝΑΗΛ

139:6.1 (1558.2) Τον Ναθαναήλ, έκτο και τελευταίο από τους αποστόλους που επιλέχθηκε από τον ίδιο τον Κύριο, τον έφερε στον Ιησού ο φίλος του Φίλιππος. Είχε συνεργαστεί με τον Φίλιππο σε αρκετές επιχειρηματικές δραστηριότητες με τον Φίλιππο και, με αυτόν πήγαινε να δει τον Ιωάννη τον Βαπτιστή όταν συνάντησαν τον Ιησού.

139:6.2 (1558.3) Όταν ο Ναθαναήλ έγινε μέλος των αποστόλων, ήταν είκοσι πέντε χρονών και ήταν ο δεύτερος νεότερος της ομάδας. Ήταν ο νεότερος σε μια οικογένεια επτά παιδιών, ήταν ανύπαντρος, και το μόνο στήριγμα των ηλικιωμένων και ασθενικών γονιών του, με τους οποίους ζούσε στην Κανά· οι αδερφοί του και η αδερφή του ήταν είτε παντρεμένοι ή είχαν πεθάνει, και κανένας δεν έμενε εκεί. Ο Ναθαναήλ και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης ήταν οι δύο πιο μορφωμένοι ανάμεσα στους δώδεκα. Ο Ναθαναήλ είχε σκεφτεί να γίνει έμπορος.

139:6.3 (1558.4) Ο Ιησούς δεν έδωσε ο ίδιος ένα προσωνύμιο στον Ναθαναήλ, αλλά οι δώδεκα πολύ γρήγορα άρχισαν να μιλούν γι’ αυτόν με όρους που σήμαιναν εντιμότητα και ειλικρίνεια. Ήταν «χωρίς πονηριά». Και αυτή ήταν σπουδαία αρετή· ήταν και έντιμος και ειλικρινής. Η αδυναμία του χαρακτήρα του ήταν η υπερηφάνεια του· ήταν πολύ υπερήφανος για την οικογένειά του, την πόλη του, την φήμη του, και το έθνος του, πράγματα τα οποία είναι αξιέπαινα αν δεν φτάνουν στα άκρα. Αλλά ο Ναθαναήλ είχε την τάση να φτάνει στα άκρα με τις προσωπικές του προκαταλήψεις. Είχε την τάση να κρίνει με προκατάληψη τους ανθρώπους σύμφωνα με την προσωπική του άποψη. Δεν άργησε να ρωτήσει, ακόμα και πριν να συναντήσει τον Ιησού. «Μπορεί τίποτα καλό να βγει από την Ναζαρέτ;» Αλλά ο Ναθαναήλ δεν ήταν ισχυρογνώμων, παρόλο που ήταν υπερήφανος. Πολύ γρήγορα άλλαξε γνώμη όταν κοίταξε το πρόσωπο του Ιησού.

139:6.4 (1558.5) Από πολλές απόψεις ο Ναθαναήλ ήταν η εκκεντρική μεγαλοφυία ανάμεσα στους δώδεκα. Ήταν ο αποστολικός φιλόσοφος και ονειροπόλος, αλλά ενός πολύ πρακτικού είδους ονειροπόλος. Εναλλασσόταν ανάμεσα σε περιόδους βαθιάς φιλοσοφίας και περιόδους σπάνιου και διασκεδαστικού χιούμορ· όταν ήταν στην κατάλληλη διάθεση, ήταν ίσως ο καλύτερος αφηγητής ιστοριών ανάμεσα στους δώδεκα. Ο Ιησούς απολάμβανε ιδιαίτερα να ακούει τον Ναθαναήλ να ομιλεί για τα πράγματα αμφότερα σοβαρά και ελαφρά. Ο Ναθαναήλ προοδευτικά πήρε πιο σοβαρά τον Ιησού και την βασιλεία, αλλά ποτέ του δεν πήρε σοβαρά τον εαυτό του.

139:6.5 (1558.6) Οι απόστολοι όλοι αγαπούσαν και σέβονταν τον Ναθαναήλ, και αυτός τα πήγαινε περίφημα μαζί τους, εκτός από τον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Ο Ιούδας πίστευε ότι ο Ναθαναήλ δεν έπαιρνε αρκετά σοβαρά την αποστολική του ιδιότητα και κάποτε τόλμησε να πάει μυστικά στον Ιησού και να παραπονεθεί για αυτόν. Ο Ιησούς είπε: «Ιούδα, πρόσεχε πολύ τα βήματά σου· μην μεγαλοποιείς την θέση σου. Ποιος από μας είναι ικανός να κρίνει τον αδερφό του; Δεν είναι το θέλημα του Πατέρα τα παιδιά του να συμμετέχουν μόνο στα σοβαρά πράγματα της ζωής. Άφησέ με να σου επαναλάβω: Έχω έρθει για να βρουν τα αδέρφια μου στην σάρκα χαρά, και ευτυχία, και να χαρούν την ζωή τους με περισσότερη αφθονία. Πήγαινε λοιπόν, Ιούδα, και πράξε καλά αυτό που σου έχει ανατεθεί αλλά άφησε τον Ναθαναήλ, τον αδερφό σου να λογοδοτήσει στον Θεό.» Και η μνήμη αυτών των λόγων, καθώς και πολλές άλλες παρόμοιες εμπειρίες, υπόβοσκαν για πολύ στην γεμάτη αυταπάτες καρδιά του Ιούδα του Ισκαριώτη.

139:6.6 (1559.1) Πολλές φορές, όταν ο Ιησούς βρισκόταν μακριά στο βουνό με τον Πέτρο, τον Ιάκωβο, και τον Ιωάννη, και τα πράγματα γινόντουσαν πολύ τεταμένα και μπερδεμένα ανάμεσα στους αποστόλους, όταν ούτε ο Ανδρέας δεν ήξερε τι να πει στα απαρηγόρητα αδέρφια του, ο Ναθαναήλ ήταν αυτός που τους ανακούφιζε από την ένταση με λίγη φιλοσοφία ή με μια αναλαμπή χιουμοριστική· και με την καλή του διάθεση ακόμα.

139:6.7 (1559.2) Η δουλειά του Ναθαναήλ ήταν να φροντίζει τις οικογένειες των δώδεκα. Συχνά απουσίαζε από τις αποστολικές συνεδριάσεις, γιατί να μάθαινε για κάποια ασθένεια ή κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε σε κάποια οικογένεια που είχε αναλάβει, δεν έχανε χρόνο και πήγαινε αμέσως εκεί. Οι δώδεκα αισθανόντουσαν ασφάλεια γνωρίζοντας ότι ο Ναθαναήλ είχε αναλάβει τις οικογένειές τους.

139:6.8 (1559.3) Ο Ναθαναήλ εκτιμούσε τον Ιησού περισσότερο για την ανεκτικότητά του. Ποτέ δεν κουραζόταν να διαλογίζεται την ευρύτητα του νου και την γενναιόδωρη συμπάθεια του Υιού του Ανθρώπου.

139:6.9 (1559.4) Ο πατέρας του Ναθαναήλ (ο Βαρθολομαίος) πέθανε λίγο μετά την Πεντηκοστή, μετά την οποία αυτός ο απόστολος πήγε στην Μεσοποταμία και στην Ινδία αναγγέλλοντας τα χαρμόσυνα νέα της βασιλείας και βαπτίζοντας πιστούς. Οι αδερφοί του ποτέ δεν έμαθαν τι απόγινε ο παλιός φιλόσοφός τους, ποιητής τους, και χιουμορίστας τους. Αλλά ήταν επίσης και ένας σπουδαίος άνδρας του βασιλείου και έκανε πολλά για να διαδώσει τις διδασκαλίες του Κυρίου του, παρόλο που δεν συμμετείχε στην οργάνωση της μεταγενέστερης Χριστιανικής εκκλησίας. Ο Ναθαναήλ πέθανε στην Ινδία.

7. Ο ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΛΕΒΙ

139:7.1 (1559.5) Ο Ματθαίος, ο έβδομος απόστολος, επιλέχτηκε από τον Ανδρέα. Ο Ματθαίος ανήκε σε μια οικογένεια φοροεισπρακτόρων, ή τελωνών, αλλά ο ίδιος ήταν τελώνης στην Καπερναούμ, όπου και έμενε. Ήταν τριάντα ενός έτους και παντρεμένος με τέσσερα παιδιά. Ήταν άνθρωπος ευκατάστατος, και ο μόνος ανάμεσα στους αποστόλους που είχε οικονομική άνεση. Ήταν καλός επιχειρηματίας, είχε καλές κοινωνικές σχέσεις, και είχε το χάρισμα να μπορεί να κάνει φιλίες και να τα πηγαίνει καλά με διάφορους τύπους ανθρώπων.

139:7.2 (1559.6) Ο Ανδρέας διόρισε τον Ματθαίο οικονομικό αντιπρόσωπο των αποστόλων. Κατά κάποιο τρόπο ήταν ο οικονομικός πράκτορας και αντιπρόσωπος δημοσίων σχέσεων της αποστολικής οργάνωσης. Είχε οξεία κρίση της ανθρώπινης φύσης και ήταν πολύ ικανός προπαγανδιστής. Η προσωπικότητά του ήταν δύσκολο να την οραματιστεί κανείς, αλλά ήταν ένας πολύ σοβαρός μαθητής και η πίστη του για την αποστολή του Ιησού και στην βεβαιότητα του βασιλείου, ολοένα μεγάλωνε. Ο Ιησούς ποτέ δεν έδωσε κάποια προσωνυμία στον Λεβί, αλλά οι συνάδερφοί του απόστολοι συνήθως τον αποκαλούσαν «κολλυβιστή».

139:7.3 (1559.7) Το ισχυρό σημείο του Λεβί ήταν η εγκάρδια αφοσίωσή του στον σκοπό τους. Ότι αυτός, ένας τελώνης, έγινε δεκτός από τον Ιησού και τους αποστόλους του ήταν η αιτία για μια ευγνωμοσύνη που κατάκλυζε τον πρώην φοροεισπράκτορα. Όμως, χρειάστηκε αρκετός χρόνος για τους υπόλοιπους από τους αποστόλους, ιδιαίτερα για τον Σίμωνα τον Ζηλωτή και τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, να συμφιλιωθούν με την παρουσία του τελώνη ανάμεσά τους. Η αδυναμία του Ματθαίου ήταν η κοντόφθαλμη και υλιστική του άποψη για την ζωή. Αλλά σε όλα αυτά τα θέματα έκανε μεγάλη πρόοδο όσο περνούσαν οι μήνες. Αυτός, φυσικά, χρειαζόταν να απουσιάζει σε πολλές από τις πολύτιμες περιόδους διδασκαλίας αφού η δουλειά του ήταν να συμπληρώνει το ταμείο.

139:7.4 (1559.8) Ήταν η διάθεση του Κυρίου για συγχώρεση που εκτιμούσε περισσότερο ο Ματθαίος. Ποτέ δεν σταματούσε να αναλογίζεται ότι η πίστη ήταν το μόνο απαραίτητο για την δουλειά της ανεύρεσης του Θεού. Πάντα του άρεσε να μιλά για το βασίλειο σαν «η δουλειά για την ανεύρεση του Θεού.»

139:7.5 (1560.1) Αν και ο Ματθαίος ήταν ένας άνθρωπος με παρελθόν, λογοδότησε θαυμάσια για τον εαυτό του, και με την πάροδο του χρόνου, οι συνεργάτες του έγιναν περήφανοι για τις επιδόσεις του τελώνη. Ήταν ένας από τους αποστόλους που κράτησε εκτεταμένες σημειώσεις από τα λεγόμενα του Ιησού, και αυτές οι σημειώσεις χρησιμοποιήθηκαν σαν βάση για την μεταγενέστερη αφήγηση από τον Ισίδωρο των λόγων και των πράξεων του Ιησού, που έγινε γνωστή ως το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο.

139:7.6 (1560.2) Η σπουδαία και χρήσιμη ζωή του Ματθαίου, του επιχειρηματία και τελώνη από την Καπερναούμ, ήταν το μέσο οδήγησης χιλιάδων άλλων επιχειρηματιών, δημόσιων αξιωματούχων, και πολιτικών, στις μεταγενέστερες εποχές, για να ακούσουν και αυτοί την φωνή του Κυρίου να λέει: «Ακολουθήστε με.» Ο Ματθαίος πραγματικά ήταν δεινός πολιτικός, αλλά ήταν ειλικρινά πιστός στον Ιησού και υπέρτατα αφοσιωμένος στο έργο του να φροντίζει οι αγγελιαφόροι του επερχόμενου βασιλείου ήταν οικονομικά εξασφαλισμένοι.

139:7.7 (1560.3) Η παρουσία του Ματθαίου ανάμεσα στους δώδεκα ήταν το μέσο να μείνουν ορθάνοιχτες οι θύρες του βασιλείου σε αμέτρητους καταπτοημένες και απόκληρες ψυχές που είχαν θεωρήσει ότι δεν υπήρχε γι’ αυτούς παρηγοριά από την θρησκεία. Απόκληροι και καταβεβλημένοι άνδρες και γυναίκες συνωστιζόντουσαν για να ακούσουν τον Ιησού, και αυτός ποτέ δεν έδιωξε κανέναν τους.

139:7.8 (1560.4) Ο Ματθαίος δεχόταν ελεύθερα δωρεές από πιστούς μαθητές και από τους ακροατές των διδασκαλιών του Ιησού, αλλά ποτέ δεν ζήτησε ανοιχτά χρήματα από τα πλήθη. Έκανε όλο το οικονομικό του έργο με ήσυχο και προσωπικό τρόπο και συγκέντρωσε τα περισσότερα χρήματα μεταξύ της πιο ευκατάστατης τάξη πιστών. Στην ουσία ο ίδιος διέθεσε ολόκληρη την μικρή του περιουσία για το έργο του Κυρίου και των αποστόλων του, αλλά εκείνοι ποτέ δεν έμαθαν για την γενναιοδωρία του, παρά μόνον ο Ιησούς, που γνώριζε τα πάντα γι’ αυτό. Ο Ματθαίος δίσταζε να συνεισφέρει ανοιχτά στο αποστολικό ταμείο από φόβο μήπως ο Ιησούς και οι σύντροφοί του θεωρήσουν τα χρήματά του μολυσμένα· έτσι έδινε πολλά υπό το όνομα άλλων πιστών. Κατά τους πρώτους μήνες, όταν ο Ματθαίος γνώριζε ότι η παρουσία του ανάμεσά τους ήταν λίγο πολύ μια δοκιμασία, έντονα δελεαζόταν από τον πειρασμό να τους ενημερώσει ότι πολύ συχνά ήταν τα δικά του χρήματα που τους εξασφάλιζαν τον άρτο τον επιούσιο, αλλά δεν ενέδωσε. Όταν οι ενδείξεις της περιφρόνησης προς τον τελώνη γίνονταν εμφανείς, ο Λεβί καιγόταν να τους αποκαλύψει την γενναιοδωρία του, αλλά πάντοτε κατάφερνε να συγκρατείται.

139:7.9 (1560.5) Όταν τα οικονομικά της εβδομάδας δεν έφταναν για τις ανάγκες τους, ο Λεβί πολύ συχνά θα προσέφευγε στις προσωπικές του πηγές. Επίσης, όταν το ενδιαφέρον του για την διδασκαλία του Ιησού μεγάλωσε, προτιμούσε να παραμένει να ακούει την διδασκαλία του, ακόμα και αν ήξερε ότι θα έπρεπε ο ίδιος προσωπικά να πλήρωνε για το έλλειμμα του ταμείου τους. Όμως, ο Λεβί πραγματικά επιθυμούσε ο Ιησούς να ήξερε ότι πολλά από τα χρήματά τους προερχόντουσαν από την δική του τσέπη! Δεν ήξερε ότι ο Κύριος ήδη το γνώριζε πολύ καλά. Όλοι οι απόστολοι πέθαναν χωρίς να ξέρουν ότι ο Ματθαίος ήταν ο ευεργέτης τους σε τέτοιο μεγάλο βαθμό, που όταν ξεκίνησε για να κηρύξει το ευαγγέλιο του βασιλείου μετά την αρχή των διωγμών, ήταν ουσιαστικά αδέκαρος.

139:7.10 (1560.6) Όταν αυτές οι διώξεις ανάγκασαν τους πιστούς να αφήσουν την Ιερουσαλήμ, ο Ματθαίος ταξίδεψε προς τα βόρεια, κηρύσσοντας το ευαγγέλιο του βασιλείου και βαπτίζοντας πιστούς. Για τους άλλους αποστόλους ήταν χαμένος, αλλά συνέχισε να κηρύσσει και να βαπτίζει, στην Συρία, την Καππαδοκία, την Γαλατία, την Βιθυνία, και την Θράκη. Και εκεί στην Θράκη, στην Λυσιμάχεια, κάποιοι άπιστοι Εβραίοι συνωμότησαν με τους Ρωμαίους στρατιώτες να κανονίσουν τον θάνατό του. Και αυτός ο αναγεννημένος τελώνης πέθανε θριαμβευτικά πιστεύοντας στην σωτηρία που είχε μάθει τόσο καλά από τις διδασκαλίες του Κυρίου στην πρόσφατη διαμονή του στην γη.

8. ΘΩΜΑΣ Ο ΔΙΔΥΜΟΣ

139:8.1 (1561.1) Ο Θωμάς ήταν ο όγδοος απόστολος, και επιλέχτηκε από τον Φίλιππο. Αργότερα έγινε γνωστός σαν «ο άπιστος Θωμάς», αλλά οι σύντροφοί του δύσκολα θα τον θεωρούσαν έναν χρόνιο αμφισβητία. Στ’ αλήθεια, ήταν ένας λογικός, σκεπτικιστικός τύπος νου, αλλά είχε μια μορφή θαρραλέας πίστης και αφοσίωσης που απαγόρευε σε αυτούς που τον γνώριζαν προσωπικά να τον θεωρούν έναν ασήμαντο σκεπτικιστή.

139:8.2 (1561.2) Όταν ο Θωμάς έγινε απόστολος, ήταν είκοσι εννιά χρονών, ήταν παντρεμένος και είχε τέσσερα παιδιά. Παλαιότερα ήταν ξυλουργός και λιθοξόος, αλλά έπειτα έγινε ψαράς και κατοικούσε στην Ταριχαία, που βρισκόταν στην δυτική ακτή του Ιορδάνη εκεί όπου χύνεται στην Θάλασσα της Γαλιλαίας, και θεωρείτο ο ηγετικός πολίτης αυτού του μικρού χωριού. Η μόρφωσή του δεν ήταν μεγάλη, αλλά είχε ένα οξύ, λογικό νου και ήταν γιος θαυμάσιας οικογένειας, που ζούσε στην Τιβεριάδα. Ο Θωμάς ήταν ο μόνος πραγματικά αναλυτικός νους από τους δώδεκα· αυτός ήταν ο πραγματικός επιστήμονας της αποστολικής ομάδας.

139:8.3 (1561.3) Τα πρώτα οικογενειακά χρόνια του Θωμά ήταν άτυχα· οι γονείς του δεν ήταν πολύ ευτυχισμένοι στην έγγαμη ζωή τους, και αυτό αντικατοπτριζόταν στην ενήλικη εμπειρία του Θωμά. Μεγάλωσε έχοντας μια πολύ δυσάρεστη και εριστική διάθεση. Ακόμα και η σύζυγός του χάρηκε όταν τον είδε να ενώνεται με τους αποστόλους· ανακουφίστηκε με την σκέψη ότι ο απαισιόδοξος σύζυγός της θα έλειπε από το σπίτι τον περισσότερο καιρό. Ο Θωμάς είχε επίσης μια τάση καχυποψίας που το έκανε πολύ δύσκολο να τα πας καλά μαζί του. Ο Πέτρος στην αρχή ήταν πολύ αναστατωμένος με τον Θωμά, παραπονούμενος στον αδερφό του τον Ανδρέα, ότι ο Θωμάς ήταν «κακός, άσχημος, και πάντα καχύποπτος.» Αλλά όσο καλύτερα γνώριζαν τον Θωμά οι συνεργάτες του, τόσο περισσότερο τον συμπαθούσαν. Ανακάλυψαν ότι ήταν εξαιρετικά έντιμος και ακλόνητα πιστός. Ήταν απόλυτα ειλικρινής και αναμφισβήτητα φιλαλήθης, αλλά ήταν από τη φύση του επικριτικός και μεγαλώνοντας είχε γίνει ένας πραγματικός πεσιμιστής. Ο αναλυτικός του νους είχε χτυπηθεί από την κατάρα της καχυποψίας. Έχανε με ταχύτατους ρυθμούς την πίστη του για τους συνανθρώπους του τότε που άρχισε να σχετίζεται με τους δώδεκα και συνεπώς ήρθε σε επαφή με τον ευγενή χαρακτήρα του Ιησού. Αυτή η συσχέτιση με τον Κύριο άρχισε αμέσως να μεταμορφώνει την όλη διάθεση του Θωμά και να επιφέρει μεγάλες αλλαγές στις νοητικές του αντιδράσεις προς τους συνανθρώπους του.

139:8.4 (1561.4) Το μεγάλο προτέρημα του Θωμά ήταν η εξαιρετική αναλυτική του διάνοια σε συνδυασμό με ακλόνητο θάρρος – άπαξ και είχε πάρει την απόφασή του. Το μεγάλο του μειονέκτημα ήταν η καχύποπτη αμφισβήτησή του, την οποία ποτέ δεν ξεπέρασε ολοκληρωτικά σε όλη του την ζωή στην σάρκα.

139:8.5 (1561.5) Στην οργάνωση των δώδεκα ο Θωμάς είχε την ανάθεση της οργάνωσης και διαχείρισης του δρομολογίου, και ήταν ένας πολύ ικανός διευθύνων του έργου και των κινήσεων του αποστολικού σώματος. Ήταν ένα καλό εκτελεστικό στέλεχος, θαυμάσιος επιχειρηματίας αλλά μειονεκτούσε λόγω της αστάθειας στις διαθέσεις του· ήταν άλλος άνθρωπος την μια μέρα και άλλος άνθρωπος την άλλη. Είχε ροπή προς την μελαγχολική κατήφεια όταν προσχώρησε στους αποστόλους, αλλά η επαφή με τον Ιησού και τους αποστόλους τον θεράπευσε κατά ένα μεγάλο μέρος από αυτή την νοσηρή εσωστρέφεια.

139:8.6 (1561.6) Ο Ιησούς απολάμβανε πολύ τον Θωμά και είχε πολλές μακρές, προσωπικές συνομιλίες μαζί του. Η παρουσία του ανάμεσα στους αποστόλους ήταν μεγάλη ενθάρρυνση για όλους τους έντιμους αμφισβητίες και παρακίνησε πολλά συγχυσμένα μυαλά να έλθουν στην βασιλεία, ακόμα κι αν δεν μπορούσαν να καταλάβουν πλήρως τα πάντα γύρω από τις πνευματικές και φιλοσοφικές όψεις των διδασκαλιών του Ιησού. Η συμμετοχή του Θωμά στους δώδεκα ήταν μια διαρκής απόδειξη ότι ο Ιησούς αγαπούσε ακόμη και τους έντιμους αμφισβητίες.

139:8.7 (1562.1) Οι άλλοι απόστολοι είχαν σεβασμό για τον Ιησού λόγω κάποιου εξέχοντος στοιχείου της λαμπρής του προσωπικότητας, αλλά ο Θωμάς σεβόταν τον Κύριό του για τον υπέροχα ισορροπημένο χαρακτήρα του. Ο Θωμάς όλο και περισσότερο θαύμαζε και τιμούσε αυτόν που ήταν τόσο στοργικά ελεήμων αλλά και τόσο άκαμπτα δίκαιος και ορθός· τόσο σταθερός αλλά ποτέ ισχυρογνώμων· τόσο ήρεμος αλλά ποτέ αδιάφορος· τόσο εξυπηρετικός και τόσο συμπονετικός αλλά ποτέ παρεμβατικός ή δικτατορικός· τόσο δυνατός αλλά την ίδια στιγμή τόσο ευγενικός· τόσο θετικός αλλά ποτέ τραχύς ή αγενής, τόσο τρυφερός αλλά ποτέ αμφιταλαντευόμενος, τόσο αγνός και αθώος αλλά και την ίδια στιγμή τόσο σθεναρός, δυναμικός και ισχυρός· τόσο πραγματικά θαρραλέος αλλά ποτέ απερίσκεπτος ή παράτολμος· τέτοιος φίλος της φύσης αλλά και τόσο απελευθερωμένος από οποιαδήποτε τάση να την λατρεύει· τόσο χιουμοριστικός και τόσο παιχνιδιάρης, αλλά τόσο απαλλαγμένος από ελαφρότητα και επιπολαιότητα. Ήταν αυτή η ασύγκριτη συμμετρία της προσωπικότητας που γοήτευσε τον Θωμά. Ίσως ήταν αυτός από τους δώδεκα που απολάμβανε περισσότερο την ανώτατη διανοητική κατανόηση και την εκτίμηση της προσωπικότητας του Ιησού.

139:8.8 (1562.2) Στις συνεδριάσεις των δώδεκα ο Θωμάς ήταν πάντα προσεκτικός, υποστήριζε πάντα την πιο ασφαλή πολιτική, αλλά αν καταψηφιζόταν ο συντηρητισμός του ή απορριπτόταν, ήταν αυτός που πρώτος που άφοβα ξεκινούσε για να εκτελέσει το πρόγραμμα που είχε αποφασιστεί. Πολλές φορές θα αντιτασσόταν σε κάποιο σχέδιο που φαινόταν παράτολμο και παρακινδυνευμένο· πάντα θα διαπραγματευόταν μέχρι το τέλος, αλλά όταν ο Ανδρέας θα έθετε το θέμα σε ψηφοφορία, και αφού οι δώδεκα αποφάσιζαν να πράξουν αυτό στο οποίο εκείνος είχε τόσο σθεναρά αντισταθεί, ο Θωμάς ήταν εκείνος που θα ήταν ο πρώτος που θα έλεγε, «Πάμε!» Ήξερε να χάνει. Δεν κρατούσε κακία ούτε πληγωμένα συναισθήματα. Επανειλημμένα αντιτασσόταν στο να αφήσει τον Ιησού να εκτεθεί σε κίνδυνο, αλλά όταν ο Κύριος αποφάσιζε να ριψοκινδυνέψει, πάντα ήταν ο Θωμάς που παρότρυνε τους αποστόλους με τα γενναία λόγια του, «Ελάτε σύντροφοι, πάμε να πεθάνουμε μαζί του.»

139:8.9 (1562.3) Ο Θωμάς ήταν από κάποιες απόψεις σαν τον Φίλιππο· ήθελε και αυτός να «του αποδείξουν», αλλά οι δικές του εξωτερικές εκφράσεις αμφιβολίας βασιζόντουσαν σε εντελώς διαφορετικές νοητικές λειτουργίες. Ο Θωμάς ήταν αναλυτικός, όχι απλά σκεπτικιστής. Όσον αφορά το προσωπικό φυσικό θάρρος, ήταν ένας από τους γενναιότερους ανάμεσα στους δώδεκα.

139:8.10 (1562.4) Ο Θωμάς είχε κάποιες πολύ άσχημες μέρες· ήταν μελαγχολικός και καταβεβλημένος μερικές φορές. Η απώλεια της δίδυμης αδερφής του όταν ήταν εννέα χρονών του είχε αφήσει πολύ συσσωρευμένη λύπη από τα παιδικά του χρόνια και προσέθετε στα ψυχολογικά προβλήματα του χαρακτήρα του στην μεταγενέστερη ζωή του. Όταν ο Θωμάς μελαγχολούσε, μερικές φορές ήταν ο Ναθαναήλ που τον βοηθούσε να το ξεπεράσει, μερικές φορές ο Πέτρος, και όχι σπάνια ένας από τους διδύμους του Αλφαίου. Όταν ήταν πολύ στενοχωρημένος, δυστυχώς πάντα προσπαθούσε να αποφεύγει να έρχεται σε άμεση επαφή με τον Ιησού. Αλλά ο Κύριος γνώριζε τα πάντα γι’ αυτό και έδειχνε κατανόηση και συμπόνια για αυτόν τον απόστολο όταν τον κατέβαλλε η μελαγχολία και τον βασανίζανε οι αμφιβολίες.

139:8.11 (1562.5) Μερικές φορές ο Θωμάς έπαιρνε άδεια από τον Ανδρέα να φύγει για μια δυο μέρες. Αλλά σύντομα έμαθε ότι μια τέτοια τακτική δεν ήταν η σωστή· γρήγορα ανακάλυψε ότι ήταν καλύτερο, όταν ήταν αποκαρδιωμένος, να μένει κοντά στο έργο του και στους συνεργάτες του. Αλλά ότι και να συνέβαινε στην συναισθηματική του ζωή, συνέχισε ακλόνητα να είναι απόστολος. Όταν ερχόταν η στιγμή για να προχωρήσουν σε δράση, πάντα ήταν ο Θωμάς που έλεγε, «Πάμε»!

139:8.12 (1562.6) Ο Θωμάς είναι το σπουδαίο παράδειγμα του ανθρώπου που έχει αμφιβολίες, τις αντιμετωπίζει, και κερδίζει. Είχε σπουδαίο μυαλό· δεν επρόκειτο για κάποιον κακόβουλο επικριτή. Ήταν ένας λογικός στοχαστής· ήταν η λυδία λίθος του Ιησού και των συντρόφων του, των αποστόλων. Αν ο Ιησούς και το έργο του δεν ήταν γνήσια, δεν θα μπορούσαν να κρατήσουν έναν άνθρωπο σαν τον Θωμά από την αρχή μέχρι το τέλος. Είχε μια οξεία και βέβαιη αίσθηση της πραγματικότητας. Στην πρώτη εμφάνιση απάτης ή παραπλάνησης ο Θωμάς θα τους είχε εγκαταλείψει όλους. Οι επιστήμονες μπορεί να μην κατανοούν πλήρως τα πάντα σχετικά με τον Ιησού και το έργο του στην γη, αλλά κάποτε έζησε και εργάσθηκε με τον Κύριο και τους ανθρώπινους συνεργάτες του ένας άνθρωπος του οποίου η διάνοια ήταν αυτή ενός πραγματικού επιστήμονα – ο Θωμάς Δίδυμος – και πίστευε στον Ιησού της Ναζαρέτ.

139:8.13 (1563.1) Ο Θωμάς πέρασε δύσκολες ώρες κατά τις μέρες της δίκης και της σταύρωσης. Ήταν για ένα διάστημα στα βάθη της απελπισίας, αλλά επιστράτευσε το κουράγιο του, προσηλώθηκε στους αποστόλους, και ήταν παρών μαζί τους στο καλωσόρισμα του Ιησού στην Θάλασσα της Γαλιλαίας. Για κάποιο διάστημα υπέκυψε στην μελαγχολία της αμφιβολίας αλλά τελικά ανασύνταξε την πίστη και το θάρρος του. Συμβούλευσε σοφά τους αποστόλους μετά την Πεντηκοστή και, όταν οι διωγμοί διασκόρπισαν τους πιστούς, αυτός πήγε στην Κύπρο, την Κρήτη, την Βόρεια Αφρικανική ακτή, και την Σικελία, κηρύσσοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας και βαπτίζοντας πιστούς. Και ο Θωμάς συνέχισε να κηρύσσει και να βαπτίζει μέχρι που συνελήφθη από πράκτορες της Ρωμαϊκής κυβέρνησης και θανατώθηκε στην Μάλτα. Λίγες εβδομάδες πριν τον θάνατό του είχε ξεκινήσει την συγγραφή του βίου και των διδασκαλιών του Ιησού.

9. και 10. Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΟΥΔΑΣ ΑΛΦΑΙΟΣ

139:10.1 (1563.2) Ο Ιάκωβος και ο Ιούδας οι γιοι του Αλφαίου, οι δίδυμοι ψαράδες ου έμεναν κοντά στην Χέρες, ήταν ο ένατος και ο δέκατος από τους αποστόλους και επιλέχτηκαν από τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη του Ζεβεδαίου. Ήταν είκοσι έξι χρονών και παντρεμένοι, ο Ιάκωβος είχε τρία παιδιά, και ο Ιούδας δύο.

139:10.2 (1563.3) Δεν υπάρχουν πολλά να πούμε για αυτούς τους κοινούς ψαράδες. Αγαπούσαν τον Κύριο και ο Ιησούς τους αγαπούσε, αλλά ποτέ δεν διέκοπταν τις διαλέξεις του με ερωτήσεις. Καταλάβαιναν πολύ λίγα από τις φιλοσοφικές ή τις θεολογικές συζητήσεις των άλλων αποστόλων, αλλά χαιρόντουσαν πολύ που ήταν και αυτοί μέλη μιας ομάδας ισχυρών ανθρώπων. Αυτοί οι δύο άνθρωποι ήταν σχεδόν ολόιδιοι στην εξωτερική εμφάνιση, στα νοητικά χαρακτηριστικά, και στο μέγεθος της πνευματικής αντίληψης. Ότι μπορούσαμε να πούμε για τον ένα ισχύει και για τον άλλο.

139:10.3 (1563.4) Ο Ανδρέας τους ανάθεσε το έργο της διαχείρισης του πλήθους. Ήταν οι κύριοι ταξιθέτες των ωρών του κηρύγματος και, στην πραγματικότητα, οι γενικοί υπηρέτες και παιδιά για θελήματα των άλλων αποστόλων. Βοηθούσαν τον Φίλιππο με τις προμήθειες τροφών, πήγαιναν τα χρήματα στις οικογένειες για λογαριασμό του Ναθαναήλ, και ήταν πάντα έτοιμοι να δώσουν ένα χέρι βοηθείας σε οποιονδήποτε από τους αποστόλους.

139:10.4 (1563.5) Τα πλήθη των κοινών ανθρώπων έπαιρναν πολύ θάρρος όταν έβλεπαν δύο όμοιούς τους να τιμώνται με θέσεις ανάμεσα στους αποστόλους. Με αυτή τους την αποδοχή από το αποστολικό σώμα αυτοί οι δίδυμοι της μετριότητας ήταν το μέσο ου έφερε πλήθη διστακτικών και ντροπαλών πιστών στην βασιλεία. Και, παρομοίως, οι κοινοί άνθρωποι δέχονταν καλύτερα να τους καθοδηγούν και να τους διαχειρίζονται επίσημοι ταξιθέτες που ήταν λίγο πολύ σαν αυτούς.

139:10.5 (1563.6) Ο Ιάκωβος και ο Ιούδας, που επίσης ονομάζονταν Θαδδαίος και Λυββαίος, δεν είχαν ούτε ισχυρά ούτε αδύναμα σημεία. Οι προσωνυμίες που τους εδόθησαν από τους μαθητές ήταν καλοπροαίρετοι ορισμοί της μετριότητας. Ήταν οι «ελάχιστοι από όλους τους αποστόλους» τους μαθητές ήταν καλοπροαίρετοι ορισμοί της μετριότητας. Ήταν οι «ελάχιστοι από όλους τους αποστόλους»· το γνώριζαν και χαίρονταν γι’ αυτό.

139:10.6 (1563.7) Ο Ιάκωβος Αλφαίος αγαπούσε ιδιαίτερα τον Ιησού για την απλότητά του. Αυτοί οι δίδυμοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν τον νου του Ιησού, αλλά μπορούσαν να αντιληφθούν τον δεσμό συμπάθειας ανάμεσα σε αυτούς και την καρδιά του Κυρίου τους. Το μυαλό τους δεν ήταν υψηλού επιπέδου· κάποιος θα μπορούσε με όλο το σεβασμό να τους αποκαλέσει ακόμα και ανόητους, αλλά είχαν μια πραγματική εμπειρία της πνευματικής τους φύσης. Πίστευαν στον Ιησού· ήταν υιοί του Θεού και μέλη της βασιλείας των ουρανών.

139:10.7 (1564.1) Ο Ιούδας Αλφαίος αγαπούσε ιδιαίτερα τον Ιησού για την ανεπιτήδευτη ταπεινοφροσύνη του. Μια τέτοια ταπεινοφροσύνη σε συνδυασμό με τέτοια προσωπική αξιοπρέπεια έκανε μεγάλη εντύπωση στον Ιούδα. Το γεγονός ότι ο Ιησούς πάντα θα ακολουθούσε την σιωπή όσον αφορά τις ασυνήθιστες πράξεις του έκανε μεγάλη εντύπωση σε αυτό το απλό παιδία της φύσης.

139:10.8 (1564.2) Οι δίδυμοι ήταν καλόκαρδοι, αγαθοί βοηθοί, και όλοι τους αγαπούσαν. Ο Ιησούς καλωσόρισε αυτούς τους νέους που είχαν μόνο αυτό το ταλέντο σε θέσεις τιμής του ατομικού του προσωπικού στην βασιλεία επειδή υπάρχουν ανείπωτα εκατομμύρια και άλλων τέτοιων απλών φοβισμένων ψυχών στους κόσμους του χώρου που θα ήθελε να τους καλωσορίσει και αυτούς στην ενεργή και γεμάτη πίστη συναδέλφωση με αυτόν και το Πνεύμα της Αλήθειας. Ο Ιησούς δεν περιφρονεί την μικρότητα, μόνο την αμαρτία και το κακό. Ο Ιούδας και ο Ιάκωβος ήταν μικροί, αλλά ήταν επίσης πιστοί. Ήταν απλοϊκοί και αδαείς, αλλά ήταν επίσης και μεγαλόκαρδοι, καλοί, και γενναιόδωροι.

139:10.9 (1564.3) Και με πόση ευγνωμοσύνη ήταν υπερήφανοι αυτοί οι ταπεινοί άνθρωποι εκείνη την ημέρα που ο Κύριος αρνήθηκε να δεχτεί κάποιον πλούσιο στο σώμα των ευαγγελιστών εκτός και αν πουλούσε όλα του τα αγαθά και βοηθούσε τους φτωχούς. Όταν το άκουσαν αυτό οι άνθρωποι και είδαν τους διδύμους ανάμεσα στους συμβούλους του, ήξεραν πια με σιγουριά ότι ο Ιησούς δεν ήταν προσωπολήπτης. Αλλά μόνο ένα θεϊκό ίδρυμα – η βασιλεία των ουρανών – θα μπορούσε ποτέ να έχει κτιστεί επάνω σε τόσο ταπεινά ανθρώπινα θεμέλια!

139:10.10 (1564.4) Μόνο μια ή δύο φορές σε όλη τους την σχέση με τον Ιησού τόλμησαν οι δίδυμοι να κάνουν ερώτηση δημόσια. Ο Ιούδας μια φορά θέλησε να κάνει στον Ιησού μια ερώτηση όταν ο Κύριος είχε μιλήσει για την αποκάλυψή του ανοιχτά στον κόσμο. Αισθάνθηκε λίγο απογοητευμένος που δεν θα υπήρχαν πια μυστικά των δώδεκα, και τόλμησε να ρωτήσει: «Μα Κύριε, όταν φανερωθείς έτσι στον κόσμο, πως θα ευνοήσεις εμάς με κάποια ιδιαίτερη εκδήλωση της καλοσύνης σου;»

139:10.11 (1564.5) Οι δίδυμοι υπηρέτησαν πιστά μέχρι την τελευταία στιγμή, μέχρι τις μαύρες μέρες της δίκης, της σταύρωσης, και της απόγνωσης. Ποτέ δεν έχασαν την πίστη τους στον Ιησού, και (εκτός από τον Ιωάννη) ήταν οι πρώτοι που πίστεψαν στην ανάστασή του. Αλλά δεν μπορούσαν να κατανοήσουν την εδραίωση της βασιλείας. Σύντομα μετά την σταύρωση του Κυρίου τους, επέστρεψαν στις οικογένειές τους και στα δίχτυα τους· το έργο τους είχε ολοκληρωθεί. Δεν είχαν την ικανότητα να προχωρήσουν σε πιο σύνθετες μάχες για την βασιλεία. Αλλά έζησαν και πέθαναν γνωρίζοντας ότι είχαν τιμηθεί και ευλογηθεί με τέσσερα χρόνια στενής και προσωπικής σχέσης με έναν Υιό του Θεού, τον κυρίαρχο δημιουργό ενός σύμπαντος.

11. ΣΙΜΩΝ Ο ΖΗΛΩΤΗΣ

139:11.1 (1564.6) Ο Σίμων ο Ζηλωτής, ο ενδέκατος απόστολος, επιλέχτηκε από τον Σίμωνα Πέτρο. Ήταν ικανός άνθρωπος από καλή οικογένεια και ζούσε με την οικογένειά του στην Καπερναούμ. Ήταν είκοσι οκτώ χρονών όταν πήγε με τους αποστόλους. Ήταν ένθερμος αγωνιστής και ήταν άνθρωπος που μιλούσε πολύ χωρίς να σκέφτεται. Στην Καπερναούμ ήταν έμπορος πριν στρέψει όλη του την προσοχή στην πατριωτική οργάνωση των Ζηλωτών.

139:11.2 (1564.7) Ο Σίμων ο Ζηλωτής ανάλαβε την αναψυχή και την ψυχαγωγία της αποστολικής ομάδας, και ήταν πολύ καλός οργανωτής των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων των δώδεκα.

139:11.3 (1564.8) Το ισχυρό στοιχείο του Σίμωνα ήταν η εμπνευσμένη αφοσίωσή του. Όταν οι απόστολοι εύρισκαν κάποιον άνδρα ή γυναίκα που αμφιταλαντευόταν αναποφάσιστος στο να μπει στην βασιλεία, θα καλούσαν τον Σίμωνα. Συνήθως χρειάζονταν μόνον δεκαπέντε λεπτά, αυτός ο ενθουσιώδης συνήγορος της σωτηρίας μέσω της πίστης στον Θεό για να διώξει κάθε αμφιβολία και να απομακρύνει κάθε αναποφασιστικότητα, και να δει μια νέα ψυχή να γεννιέται μέσα στην «ελευθερία της πίστης και στην χαρά της σωτηρίας.»

139:11.4 (1565.1) Η μεγάλη αδυναμία του Σίμωνα ήταν ο υλιστικός τρόπος σκέψης του. Δεν μπορούσε εύκολα να μετατραπεί από Ιουδαίος εθνικιστής σε πνευματικό διεθνιστή. Τέσσερα χρόνια ήταν πολύ λίγα για να επιφέρουν μια τέτοια μεγάλη νοητική και συναισθηματική μεταβολή, αλλά ο Ιησούς ήταν πάντα υπομονετικός μαζί του.

139:11.5 (1565.2) Εκείνο το πράγμα γύρω από τον Ιησού που θαύμαζε περισσότερο ο Σίμωνα ήταν η ηρεμία του Κυρίου, η βεβαιότητά του, το παράστημά του, και η ανεξήγητη ψυχραιμία του.

139:11.6 (1565.3) Αν και ο Σίμων ήταν ένας λυσσαλέος επαναστάτης, ένας ατρόμητος υποδαυλιστής αναταραχής, σταδιακά υπέταξε την φλογερή του φύση μέχρις ότου έγινε ένας ισχυρός και αποτελεσματικός κήρυκας του «Επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.» Ο Σίμων ήταν σπουδαίος συζητητής· του άρεσε πραγματικά να επιχειρηματολογεί. Και όταν έπρεπε να αντιμετωπιστούν οι νομικίστικες διάνοιες των μορφωμένων Ιουδαίων ή οι νοητικές σοφιστείες των Ελλήνων, το καθήκον πάντοτε ανετίθετο στον Σίμωνα.

139:11.7 (1565.4) Ήταν ένας εκ φύσεως επαναστάτης και εξ εκπαιδεύσεως εικονοκλάστης, αλλά ο Ιησούς τον κέρδισε για τις ανώτερες ιδέες της βασιλείας των ουρανών. Πάντα ταυτιζόταν με τη μεριά που διαμαρτυρόταν, αλλά τώρα εντάχθηκε στη μεριά της προόδου, της απεριόριστης και αιώνιας εξέλιξης του πνεύματος και της αλήθειας. Ο Σίμων ήταν ένας άνθρωπος έντονης πίστης και θερμής προσωπικής αφοσίωσης, και αγαπούσε βαθιά τον Ιησού.

139:11.8 (1565.5) Ο Ιησούς δεν φοβόταν να ταυτίζεται με επιχειρηματίες, εργαζόμενους, αισιόδοξους, απαισιόδοξους, φιλοσόφους, σκεπτικιστές, τελώνες, πολιτικούς, και πατριώτες.

139:11.9 (1565.6) Ο Κύριος είχε πολλές συζητήσεις με τον Σίμωνα, αλλά ποτέ δεν πέτυχε απόλυτα να κάνει διεθνιστή αυτόν τον φλογερό Εβραίο εθνικιστή. Ο Ιησούς συχνά έλεγε στον Σίμωνα ότι ήταν σωστό να θέλει να βλέπει την βελτίωση των κοινωνικών, οικονομικών, και πολιτικών πραγμάτων, αλλά πάντα προσέθετε: «Αυτή δεν είναι δουλειά της βασιλείας των ουρανών. Πρέπει να αφιερωθούμε στο να κάνουμε το θέλημα του Πατέρα. Η δουλειά μας είναι να είμαστε πρέσβεις μιας πνευματικής κυβέρνησης στα ψηλά, και δεν πρέπει να ασχολούμαστε άμεσα με τίποτα άλλο παρά με την αναπαράσταση του θελήματος και του χαρακτήρα του θεϊκού Πατέρα που βρίσκεται στην κορυφή της κυβέρνησης την οποία αντιπροσωπεύουμε.» Όλα αυτά ήταν δύσκολο να τα κατανοήσει ο Σίμωνα, αλλά σταδιακά άρχισε να αντιλαμβάνεται κάτι από την σημασία της διδασκαλίας του Κυρίου.

139:11.10 (1565.7) Μετά τον διασκορπισμό εξαιτίας των διωγμών της Ιερουσαλήμ, ο Σίμωνα αποσύρθηκε προσωρινά. Ήταν στην κυριολεξία συντετριμμένος. Σαν εθνικιστής πατριώτης είχε παραδοθεί από σεβασμό προς τις διδασκαλίες του Ιησού· τώρα όλα είχαν χαθεί. Ήταν απελπισμένος, αλλά σε λίγα χρόνια ανασυγκρότησε τις ελπίδες του και ξεκίνησε για να κηρύξει το ευαγγέλιο της βασιλείας.

139:11.11 (1565.8) Πήγε στην Αλεξάνδρεια και, αφού κήρυξε στον Νείλο, εισήλθε στην καρδιά της Αφρικής, και κήρυσσε παντού το ευαγγέλιο του Ιησού και βάπτιζε πιστούς. Έτσι εργάσθηκε μέχρις ότου ήταν γέρος και αδύναμος. Και απέθανε και θάφτηκε στην καρδιά της Αφρικής.

12. ΙΟΥΔΑΣ Ο ΙΣΚΑΡΙΩΤΗΣ

139:12.1 (1565.9) Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο δωδέκατος απόστολος, επιλέχτηκε από τον Ναθαναήλ. Γεννήθηκε στην Κιριώθ, μια μικρή πόλη στην νότια Ιουδαία. Όταν ήταν παιδί, οι γονείς του μετακόμισαν στην Ιεριχώ, όπου ζούσε και εργαζόταν στις διάφορες επιχειρήσεις του πατέρα του μέχρι που άρχισε να ενδιαφέρεται για το κήρυγμα και το έργο του Ιωάννη του Βαπτιστή. Οι γονείς του Ιωάννη ήταν Σαδδουκαίοι, και όταν ο γιος τους πήγε με τους μαθητές του Ιωάννη, τον αποκήρυξαν.

139:12.2 (1566.1) Όταν ο Ναθαναήλ συνάντησε τον Ιούδα στην Ταριχαία, αυτός έψαχνε για δουλειά σε μια επιχείρηση αποξήρανσης ψαριών στην κάτω μέρος της Θάλασσας της Γαλιλαίας. Ήταν τριάντα χρονών και ανύπαντρος όταν μπήκε στην αποστολική ομάδα. Ήταν ίσως ο πιο μορφωμένος ανάμεσα στους δώδεκα και ο μόνος Ιουδαίος στην αποστολική οικογένεια του Κυρίου. Ο Ιούδας δεν είχε κανένα ιδιαίτερο δυνατό προσωπικό στοιχείο, παρόλο που διέθετε πολλά εξωτερικά φαινομενικά προτερήματα κουλτούρας και εκπαίδευσης. Ήταν ένας καλός στοχαστής αλλά όχι πάντα ένας πραγματικά έντιμος στοχαστής. Ο Ιούδας δεν καταλάβαινε πραγματικά τον εαυτό του· δεν ήταν πραγματικά ειλικρινής με τον εαυτό του.

139:12.3 (1566.2) Ο Ανδρέας διόρισε τον Ιούδα ταμία των δώδεκα, μια θέση για την οποία ήταν ο πλέον κατάλληλος, και μέχρι την στιγμή της προδοσίας του Κυρίου του εκτελούσε το έργο του έντιμα, φιλότιμα, και πλέον αποτελεσματικά.

139:12.4 (1566.3) Δεν υπήρχε κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Ιησού το οποίο να θαύμαζε ο Ιούδας παραπάνω από την γενικά ελκυστική και θεσπέσια γοητευτική προσωπικότητα του Ιησού. Ο Ιούδας δεν στάθηκε ποτέ ικανός να υπερβεί τις Ιουδαϊκές του προκαταλήψεις απέναντι στους Γαλιλαίους συντρόφους του· μέσα στο μυαλό του θα κριτικάριζε πολλά πράγματα σχετικά με τον Ιησού. Αυτόν τον οποίον οι άλλοι έντεκα απόστολοι θεωρούσαν τον τέλειο άνθρωπο, όντας «αυτός όλος επιθυμητός και διακρινόμενος μεταξύ μυριάδων,» ετούτος ο αυτάρεσκος Ιουδαίος πολύ συχνά τολμούσε να κριτικάρει μέσα στην καρδιά του. Πραγματικά είχε την εντύπωση ότι ο Ιησούς ήταν δειλός και κάπως φοβισμένος να επιβάλλει την δύναμη και την εξουσία του.

139:12.5 (1566.4) Ο Ιούδας ήταν καλός επιχειρηματίας. Χρειαζόταν τακτ, ικανότητα, και υπομονή, καθώς και φιλόπονη αφοσίωση, για να διαχειρίζεται τις οικονομικές υποθέσεις ενός τέτοιου ιδεαλιστή όπως ο Ιησούς, εκτός από την αντιμετώπιση της ακαταστασίας των επιχειρηματικών μεθόδων μερικών από τους αποστόλους. Ο Ιούδας ήταν πραγματικά ένας σπουδαίος εκτελεστικός, ένας διορατικός και ικανός οικονομολόγος. Και επέμενε πολύ στην οργάνωση. Κανένας από τους δώδεκα δεν έκανε ποτέ κριτική στον Ιούδα. Απ’ όσο μπορούσαν να δουν ο Ιούδας ο Ισκαριώτης ήταν ένας απαράμιλλος ταμίας, ένας μορφωμένος άνθρωπος, ένας πιστός (αν και μερικές φορές κριτικός) απόστολος, και με όλη της σημασία της λέξης ένας επιτυχημένος. Οι απόστολοι αγαπούσαν τον Ιούδα, ήταν πραγματικά ένας από αυτούς. Πρέπει να είχε πιστέψει στον Ιησού, αλλά αμφιβάλλουμε αν πραγματικά αγαπούσε τον Ιησού με όλη του την καρδιά. Η περίπτωση του Ιούδα απεικονίζει την αλήθεια του ρητού: «Υπάρχει οδός, ήτις φαίνεται ορθή εις τον άνθρωπον, αλλά τα τέλη αυτής φέρουσιν εις θάνατον» Είναι εντελώς πιθανόν να πέσεις θύμα της ειρηνικής εξαπάτησης της ευχάριστης προσαρμογής στα μονοπάτια της αμαρτίας και του θανάτου. Να είστε σίγουροι ότι ο Ιούδας ήταν πάντα πιστός οικονομικά στον Κύριο και στους συντρόφους του αποστόλους. Τα χρήματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι το κίνητρο της προδοσίας του προς τον Κύριο.

139:12.6 (1566.5) Ο Ιούδας ήταν ο μοναχογιός ασύνετων γονέων. Όταν ήταν μικρός ήταν κανακεμένος και χαϊδεμένος· ήταν ένα κακομαθημένο παιδί. Όσο μεγάλωνε αποκτούσε υπερβολικές ιδέες σχετικά με τη σπουδαιότητα του εαυτού του. Δεν ήξερε να χάνει. Είχε χαλαρές και παραμορφωμένες ιδέες για το δίκαιο· επιδίδονταν στην ασυδοσία του μίσους και της καχυποψίας. Ήταν ειδικός στην παρεξήγηση των λόγων και των πράξεων των φίλων του. Σε όλη του την ζωή ο Ιούδας είχε καλλιεργήσει την συνήθεια να εκδικείται αυτούς που φανταζόταν ότι τον είχαν αδικήσει. Η αίσθηση των αξιών και της αφοσίωσης, που είχε, ήταν ελαττωματική.

139:12.7 (1566.6) Για τον Ιησού, ο Ιούδας ήταν μια περιπέτεια πίστης. Από την αρχή ο Κύριος κατάλαβε πλήρως την αδυναμία αυτού του αποστόλου και γνώριζε καλά τους κινδύνους του να τον δεχθεί στην αδελφότητα. Αλλά είναι στην φύση των Υιών του Θεού να δίνουν σε κάθε δημιουργημένο ον πλήρη και ίση ευκαιρία για σωτηρία και επιβίωση. Ο Ιησούς ήθελε, όχι μόνο οι θνητοί αυτού του κόσμου αλλά και οι θεατές από τους αναρίθμητους άλλους κόσμους να γνωρίζουν ότι, όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την ειλικρίνεια και την εγκαρδιότητα της αφοσίωσης ενός δημιουργήματος στην βασιλεία, είναι απαρέγκλιτη συνήθεια των Κριτών των ανθρώπων να δέχονται πλήρως τον αμφίβολο υποψήφιο. Η θύρα της αιώνιας ζωής είναι ορθάνοιχτη για όλους· «όποιος θέλει μπορεί να έρθει»· δεν υπάρχουν περιορισμοί ή απαιτούμενα προσόντα εκτός από την πίστη του προσερχόμενου.

139:12.8 (1567.1) Αυτός είναι ο λόγος που ο Ιησούς επέτρεψε στον Ιούδα να συνεχίσει μέχρι το τέλος, και έκανε πάντα ότι ήταν δυνατόν για να μεταμορφώσει και να σώσει αυτόν τον αδύναμο και μπερδεμένο απόστολο. Αλλά όταν το φως δεν γίνεται ειλικρινά δεκτό και δεν βρίσκει ανταπόκριση στη ζωή, τότε έχει την τάση να γίνεται σκοτάδι μέσα στην ψυχή. Ο Ιούδας αναπτύχθηκε διανοητικά όσον αφορά τις διδασκαλίες του Ιησού περί βασιλείας, αλλά δεν έκανε καμία πρόοδο στην απόκτηση πνευματικού χαρακτήρα όπως έκαναν οι άλλοι απόστολοι. Δεν κατόρθωσε να κάνει ικανοποιητική προσωπική πρόοδο στην πνευματική εμπειρία.

139:12.9 (1567.2) Ο Ιούδας ολοένα αναμόχλευε την προσωπική του απογοήτευση, και τελικά έγινε θύμα της μνησικακίας. Τα αισθήματά του είχαν πληγωθεί πολλές φορές και είχε αρχίζει να γίνεται υπερβολικά καχύποπτος προς τους καλύτερους του φίλους, ακόμα και προς τον Κύριο. Σύντομα του έγινε εμμονή η ιδέα της ανταπόδοσης, της οποιασδήποτε εκδίκησης, ναι, ακόμα και της προδοσίας των συντρόφων του και του Κυρίου του.

139:12.10 (1567.3) Αλλά αυτές οι πονηρές και επικίνδυνες ιδέες δεν είχαν κατασταλάξει εντελώς μέχρι την ημέρα που μια ευγνώμων γυναίκα έσπασε ένα ακριβό μπουκάλι άρωμα στα πόδια του Ιησού. Αυτό φάνηκε σπατάλη στον Ιούδα, και όταν η δημόσια διαμαρτυρία του απορρίφθηκε τόσο σαρωτικά από τον Ιησού, και μάλιστα μπροστά σε όλους, το ποτήρι ξεχείλισε. Αυτό το γεγονός καθόρισε την κινητοποίηση όλου του συσσωρευμένου μίσους, πόνου, κακίας, προκατάληψης, ζήλιας, και εκδίκησης μιας ολόκληρης ζωής, και αποφάσισε να πατσίσει, ούτε αυτός δεν ήξερε με ποιον· αλλά αποκρυσταλλώθηκε μέσα του όλο το κακό στοιχείο της φύσης του πάνω στο ένα αθώο πρόσωπο όλου αυτού του άθλιου δράματος της ατυχούς ζωής του μόνο και μόνο επειδή ο Ιησούς έτυχε να είναι ο πρωταγωνιστής στο επεισόδιο που σήμανε το πέρασμά του από το προοδευτικό βασίλειο του φωτός στο βασίλειο του σκότους που διάλεξε ο ίδιος.

139:12.11 (1567.4) Ο Κύριος πολλές φορές, και ιδιωτικά και δημόσια, είχε προειδοποιήσει τον Ιούδα ότι ολίσθαινε, αλλά οι θείες προειδοποιήσεις είναι συνήθως άχρηστες όταν έχουν να κάνουν με μια πικρόχολη ανθρώπινη φύση. Ο Ιησούς έκανε ότι ήταν δυνατόν, με συνέπεια στην ηθική ελευθερία του ανθρώπου, για να αποτρέψει τον Ιούδα να επιλέξει τον λάθος δρόμο. Η μεγάλη δοκιμασία τελικά ήρθε. Ο υιός της μνησικακίας απέτυχε· υπαναχώρησε στις σαπρές και ρυπαρές υπαγορεύσεις ενός υπερήφανου και εκδικητικού νου υπερβολικής αυταρέσκειας και πολύ γρήγορα βυθίστηκε στην σύγχυση, την απελπισία, και την εξαχρείωση.

139:12.12 (1567.5) Ο Ιούδας τότε προχώρησε στην ποταπή και επαίσχυντη δολοπλοκία να προδώσει τον Κύριο και Αφέντη του και σύντομα έβαλε σε εφαρμογή αυτό το αισχρό σχέδιο. Σε όλη την διάρκεια της εφαρμογής των σχεδίων της επίβουλης προδοσίας, τα οποία ήταν αποτέλεσμα του θυμού του, βίωσε στιγμές λύπης και ντροπής, και σε αυτά τα φωτεινά διαλείμματα λιπόψυχα συνέλαβε, ως δικαιολογία μέσα στο μυαλό του, ότι ο Ιησούς θα μπορούσε ενδεχομένως να ασκήσει την δύναμή του και να απελευθερώσει τον εαυτό του την τελευταία στιγμή.

139:12.13 (1567.6) Όταν η ανέντιμη και αμαρτωλή επιχείρηση είχε τελειώσει, αυτός ο αποστάτης θνητός, που με τόση ελαφρότητα πούλησε τον φίλο του για τριάκοντα αργύρια προκειμένου να ικανοποιήσει την μακροχρόνια γαλουχημένη λαχτάρα του για εκδίκηση, έτρεξε έξω και διέπραξε την τελευταία πράξη στο δράμα της φυγής από τις πραγματικότητες της θνητής ζωής – την αυτοκτονία.

139:12.14 (1567.7) Οι ένδεκα απόστολοι ήταν τρομοκρατημένοι, εμβρόντητοι. Ο Ιησούς αντιμετώπισε τον προδότη μόνο με οίκτο. Οι κόσμοι δυσκολεύονται να συγχωρήσουν τον Ιούδα, και το όνομά του έχει αποπεμφθεί σε ένα ολόκληρο απέραντο σύμπαν.