Εγγραφο 147, Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΙΝΤΕΡΛΟΥΔΙΟ ΣΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ
Το Βιβλίο της Ουράντια
Εγγραφο 147
Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΙΝΤΕΡΛΟΥΔΙΟ ΣΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ
147:0.1 (1647.1) Ο ΙΗΣΟΥΣ και οι απόστολοι έφτασαν στην Καπερναούμ την Τετάρτη 17 Μαρτίου και πέρασαν δυο εβδομάδες στο αρχηγείο στη Βηθσαϊδά, πριν αναχωρήσουν για την Ιερουσαλήμ. Αυτές τις δυο εβδομάδες οι απόστολοι τις πέρασαν διδάσκοντας το πλήθος στην παραλία ενώ ο Ιησούς αφιέρωνε πολύ καιρό μόνος στους λόφους για το έργο του Πατέρα του. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Ιησούς, συνοδευόμενος από τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη Ζεβεδαίο, έκανε δυο μυστικά ταξίδια στην Τιβεριάδα, όπου συναντήθηκε με πιστούς και τους έδωσε οδηγίες για το ευαγγέλιο της βασιλείας.
147:0.2 (1647.2) Πολλοί από την οικογένεια του Ηρώδη πίστευαν στον Ιησού και παρακολούθησαν αυτές τις συγκεντρώσεις. Ήταν η επιρροή, που ασκούσαν αυτοί οι πιστοί, από την επίσημη οικογένεια του Ηρώδη, που βοήθησε ώστε να ελαττωθεί η έχθρα αυτού του κυβερνήτη κατά του Ιησού. Οι πιστοί αυτοί στην Τιβεριάδα είχαν εξηγήσει πλήρως στον Ηρώδη ότι η «βασιλεία» την οποία διακήρυττε ο Ιησούς ήταν πνευματικής φύσεως και όχι πολιτικό εγχείρημα. Ο Ηρώδης πίστεψε περισσότερο αυτά τα μέλη της δικής του οικογένειας και επομένως δεν επέτρεψε στον εαυτό του να θορυβηθεί υπερβολικά από την εξάπλωση των αναφορών σχετικά με τη διδασκαλία και τις θεραπείες του Ιησού. Δεν είχε αντιρρήσεις για το έργο του Ιησού σαν θεραπευτή ή θρησκευτικού δασκάλου. Παρ’ όλη την ευνοϊκή στάση πολλών από τους συμβούλους του Ηρώδη, ακόμα και του ίδιου του Ηρώδη, υπήρχε μια ομάδα από κατωτέρους του, που είχαν τόσο επηρεαστεί από τους θρησκευτικούς άρχοντες στην Ιερουσαλήμ ώστε παρέμεναν πικροί και απειλητικοί εχθροί του Ιησού και των αποστόλων και, αργότερα, έκαναν πολλά για να εμποδίσουν τις δημόσιες δραστηριότητές τους. Το μεγαλύτερο κίνδυνο για τον Ιησού αποτελούσαν οι αρχιερείς στην Ιερουσαλήμ και όχι ο Ηρώδης. Και γι αυτόν ακριβώς το λόγο ο Ιησούς και οι απόστολοι περνούσαν τον περισσότερο καιρό και έκαναν το μεγαλύτερο μέρος από το δημόσιο κήρυγμά τους στη Γαλιλαία παρά στην Ιερουσαλήμ και την Ιουδαία.
1. Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ
147:1.1 (1647.3) Την παραμονή της ημέρας που ήσαν έτοιμοι να αναχωρήσουν για την Ιερουσαλήμ για τον εορτασμό του Πάσχα, ο Μάνγκους, ένας εκατόνταρχος ή λοχαγός της ρωμαϊκής φρουράς που στάθμευε στην Καπερναούμ, ήρθε στους αρχιερείς της συναγωγής λέγοντας: «Ο πιστός αγγελιαφόρος μου είναι άρρωστος σε σημείο να πεθαίνει. Θα μπορούσε, επομένως, να πάει κάποιος εκ μέρους μου να τον παρακαλέσει να γιατρέψει τον υπηρέτη μου;» Ο Ρωμαίος λοχαγός έπραξε με αυτό τον τρόπο γιατί νόμιζε ότι οι ιουδαίοι ιερείς θα μπορούσαν να επηρεάσουν περισσότερο τον Ιησού. Έτσι οι πρεσβύτεροι πήγαν να βρουν τον Ιησού και ο εκπρόσωπός τους είπε: «Διδάσκαλε, θερμά σε παρακαλούμε να έρθεις στην Καπερναούμ και να σώσεις τον ευνοούμενο υπηρέτη του Ρωμαίου εκατόνταρχου, ο οποίος αξίζει το ενδιαφέρον σου επειδή αγαπάει το έθνος μας και μάλιστα έχτισε την ίδια τη συναγωγή στην οποία τόσες πολλές φορές έχεις μιλήσει».
147:1.2 (1647.4) Όταν το άκουσε αυτό ο Ιησούς, είπε: «Θα έρθω μαζί σας». Και όπως βάδιζε μαζί τους προς την οικία του εκατόνταρχου και πριν εισέλθουν στην αυλή, ο Ρωμαίος στρατιωτικός έστειλε τους φίλους του έξω να υποδεχτούν τον Ιησού με τη διαταγή να του πουν: «Κύριε, μην κάνεις τον κόπο να μπεις στο σπίτι μου, γιατί δεν αξίζω να είσαι κάτω από τη στέγη μου. Ούτε θεωρώ τον εαυτό μου άξιο να έρθω εγώ σε σένα. Κατόπιν τούτου έστειλα να σε καλέσουν οι πρεσβύτεροι του δικού σου λαού. Αλλά γνωρίζω ότι μπορείς να πεις το λόγο από εκεί που βρίσκεσαι και ο υπηρέτης μου θα γιατρευτεί. Γιατί και εγώ, που βρίσκομαι κάτω από τις διαταγές άλλων, έχω στρατιώτες στις διαταγές μου και λέγω σε τούτον πήγαινε και πηγαίνει, στον άλλον έλα και έρχεται και στους υπηρέτες μου κάντε αυτό ή κάντε εκείνο και το κάνουν».
147:1.3 (1648.1) Και όταν ο Ιησούς άκουσε αυτές τις λέξεις, γύρισε και είπε στους αποστόλους και σε εκείνους που βρίσκονταν μαζί τους: «Θαυμάζω την πίστη του ειδωλολάτρη. Αληθώς, αληθώς σας λέγω, ουδέ εν τω Ισραήλ εύρον τοσαύτην πίστιν». Και ο Ιησούς στρεφόμενος από το σπίτι είπε: «Ας υπάγωμεν εντεύθεν». Και οι φίλοι του εκατόνταρχου μπήκαν στο σπίτι και ανέφεραν στο Μάνγκους τι είχε πει ο Ιησούς. Και από εκείνη την ώρα ο υπηρέτης άρχισε να καλυτερεύει και τελικά αποκαταστάθηκε η κανονική του υγεία και η χρησιμότητά του.
147:1.4 (1648.2) Αλλά ποτέ δεν μάθαμε τι ακριβώς συνέβη σε αυτή την περίπτωση. Αυτή είναι απλώς η καταγραφή, και όσο για το αν, ή όχι, αόρατα όντα διακόνησαν στη θεραπεία του υπηρέτη του εκατόνταρχου, δεν αποκαλύφθηκε σε εκείνους που συνόδευαν τον Ιησού. Εμείς γνωρίζουμε μόνο το γεγονός της πλήρους θεραπείας του υπηρέτη.
2. ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ
147:2.1 (1648.3) Νωρίς το πρωί της Τρίτης 30 Μαρτίου, ο Ιησούς και η αποστολική ομάδα ξεκίνησαν το ταξίδι τους για την Ιερουσαλήμ για το Πάσχα, πηγαίνοντας, από το δρόμο της κοιλάδας του Ιορδάνη. Έφτασαν το απόγευμα της Παρασκευής 2 Απριλίου, και εγκατέστησαν το αρχηγείο τους, ως συνήθως, στη Βηθανία. Περνώντας από την Ιεριχώ, σταμάτησαν για να ξεκουραστούν, ενώ ο Ιούδας κατέθεσε μερικά χρήματα από το κοινό ταμείο τους στην τράπεζα ενός φίλου της οικογένειάς του. Ήταν και η πρώτη φορά που ο Ιούδας μετέφερε πλεόνασμα χρημάτων, και αυτά τα κατατεθειμένα χρήματα έμειναν απείραχτα μέχρι την ημέρα που ξαναπέρασαν από την Ιεριχώ, σε εκείνο το τελευταίο και επεισοδιακό ταξίδι στην Ιερουσαλήμ λίγο πριν τη δίκη και το θάνατο του Ιησού.
147:2.2 (1648.4) Η ομάδα είχε ένα ήρεμο ταξίδι για την Ιερουσαλήμ, αλλά δεν πρόλαβαν να τακτοποιηθούν στη Βηθανία όταν από κοντά και από μακριά άρχισαν να μαζεύονται εκείνοι που αναζητούσαν θεραπεία για τα σώματά τους, ανακούφιση για τα σαλεμένα μυαλά και σωτηρία για τις ψυχές τους, τόσο πολύ μάλιστα που ο Ιησούς είχε λίγο χρόνο για ανάπαυση. Συνεπώς έστησαν τις τέντες τους στη Γεθσημανή και ο Κύριος θα επέστρεφε από τη Βηθανία στη Γεθσημανή για να αποφεύγει τα πλήθη που τόσο σταθερά τον πίεζαν. Η ομάδα των αποστόλων πέρασε σχεδόν τρεις εβδομάδες στην Ιερουσαλήμ, αλλά ο Ιησούς τους επέβαλε να μην κάνουν δημόσιο κήρυγμα, μόνο ιδιωτική διδασκαλία και προσωπική εργασία.
147:2.3 (1648.5) Στη Βηθανία γιόρτασαν ήσυχα το Πάσχα. Και αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Ιησούς και άπαντες οι δώδεκα συμμετείχαν στον αναίμακτο εορτασμό του Πάσχα. Οι απόστολοι του Ιωάννη δεν έφαγαν το Πάσχα με τον Ιησού και τους αποστόλους του. Γιόρτασαν με τον Αβενήρ και πολλούς από τους πρώτους πιστούς του κηρύγματος του Ιωάννη. Αυτό ήταν το δεύτερο Πάσχα που ο Ιησούς παρακολούθησε με τους αποστόλους του στην Ιερουσαλήμ.
147:2.4 (1648.6) Όταν ο Ιησούς και οι δώδεκα αναχώρησαν για την Καπερναούμ, οι απόστολοι του Ιωάννη δεν επέστρεψαν μαζί τους. Κάτω από την διοίκηση του Άμπνερ παρέμειναν στην Ιερουσαλήμ και τη γύρω περιοχή, εργαζόμενοι ήσυχα για την εξάπλωση της βασιλείας, ενώ ο Ιησούς και οι δώδεκα γύρισαν για να εργασθούν στη Γαλιλαία. Οι εικοσιτέσσερις δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ μαζί, εκτός από μια μικρή περίοδο πριν από την εξουσιοδότηση και την αποστολή των εβδομήντα ευαγγελιστών. Αλλά οι δυο ομάδες συνεργαζόντουσαν και παρ’ όλες τις διαφορετικές απόψεις τους θριάμβευσαν τα καλά τους αισθήματα.
3. ΣΤΗ ΔΕΞΑΜΕΝΗ ΤΗΣ ΒΗΘΕΣΔΑ
147:3.1 (1649.1) Το απόγευμα του δεύτερου Σαββάτου στην Ιερουσαλήμ, καθώς ο Κύριος και οι απόστολοι ετοιμαζόντουσαν να παρακολουθήσουν τη λειτουργία στο ναό, ο Ιωάννης είπε στον Ιησού, «Έλα μαζί μου, θα σου δείξω κάτι». Ο Ιωάννης οδήγησε τον Ιησού έξω από μια πύλη της Ιερουσαλήμ, προς μια δεξαμενή νερού που λεγότανε Βηθεσδά. Γύρω από τη δεξαμενή ήταν μια κατασκευή με πέντε στοές όπου ένα μεγάλο πλήθος από αρρώστους παρέμενε ξαπλωμένο αναζητώντας γιατρειά. Ήταν μια θερμή πηγή της οποίας τα ελαφρώς κόκκινα νερά δημιουργούσαν φουσκάλες κατά άνισα διαστήματα εξαιτίας της συγκέντρωσης αερίων στις βραχώδεις σπηλιές κάτω από τη δεξαμενή. Αυτή η αναταραχή των υδάτων περιοδικά, πολλοί πίστευαν ότι γινόταν από υπερφυσικές δυνάμεις και ο κόσμος θεωρούσε ότι το πρώτο άτομο που θα έμπαινε στο νερό μετά από μια τέτοια αναταραχή θα γιατρευόταν από οποιαδήποτε αναπηρία και αν είχε.
147:3.2 (1649.2) Οι απόστολοι ήταν κάπως ανήσυχοι από τους περιορισμούς που είχε επιβάλει ο Ιησούς και ο Ιωάννης, ο νεότερος από τους δώδεκα, ήταν εξαιρετικά ανυπόμονος από τον ίδιο περιορισμό. Είχε φέρει τον Ιησού στη δεξαμενή ελπίζοντας ότι η θέα των μαζεμένων δεινοπαθούντων θα προκαλούσε τη συμπόνια του Κυρίου, θα συγκινείτο και θα εκτελούσε ένα θαύμα θεραπείας, και ως εκ τούτου όλη η Ιερουσαλήμ θα έμενε κατάπληκτη και τελικά θα κέρδιζε την πίστη στο ευαγγέλιο της βασιλείας. Είπε ο Ιωάννης στον Ιησού: «Κύριε, βλέπεις όλους αυτούς που υποφέρουν; Μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτούς;». Και ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Ιωάννη, γιατί με βάζεις σε πειρασμό να απομακρυνθώ από το δρόμο που διάλεξα; Γιατί συνεχίζεις να θέλεις να υποκαταστήσεις, με το έργο των θαυμάτων και της θεραπείας των αρρώστων, την διακήρυξη του ευαγγελίου της αιώνιας αλήθειας; Παιδί μου, ίσως να μην κάνω αυτό που επιθυμείς, αλλά μάζεψε αυτούς τους άρρωστους και δυστυχισμένους μαζί ώστε να τους πω λόγια παρότρυνσης και αιώνιας παρηγοριάς».
147:3.3 (1649.3) Μιλώντας στους συγκεντρωμένους εκείνους, ο Ιησούς είπε: «Πολλοί από σας είστε εδώ, άρρωστοι και δυστυχισμένοι, εξαιτίας των πολλών ετών λανθασμένης ζωής. Μερικοί υποφέρετε από τα γεγονότα που φέρνει ο χρόνος, άλλοι σαν αποτέλεσμα των λαθών των προγόνων σας, ενώ μερικοί από σας προσπαθείτε με τα μειονεκτήματα των ατελών συνθηκών της γήινης ύπαρξής σας. Αλλά ο Πατέρας μου εργάζεται και εγώ εργάζομαι για να βελτιώσω τη γήινη κατάστασή σας και ιδιαίτερα για να εξασφαλίσω την αιώνια κατάστασή σας. Κανείς από εμάς δεν μπορεί να κάνει πολλά για να αλλάξει τις δυσκολίες της ζωής εκτός και ανακαλύψουμε ότι έτσι είναι η επιθυμία του ουράνιου Πατέρα. Εξ άλλου, είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε την επιθυμία του Αιώνιου. Αν μπορούσατε όλοι να θεραπευτείτε από τις σωματικές οδύνες σας, πραγματικά θα θαυμάζατε, είναι όμως ακόμα σπουδαιότερο να καθαριστείτε από όλες τις πνευματικές ασθένειες και να γιατρευτείτε από όλες τις ηθικές αδυναμίες. Είστε όλοι παιδιά του Θεού, είστε τα παιδιά του ουράνιου Πατέρα. Τα δεσμά του χρόνου φαίνονται να σας έχουν εξασθενίσει αλλά ο αιώνιος Θεός σας αγαπάει. Και όταν θα έρθει η ώρα της κρίσης, μη φοβηθείτε, όλοι θα βρείτε όχι μόνο δικαιοσύνη αλλά αφθονία ελέους. Αληθώς, αληθώς σας λέγω: Αυτός που ακούει το ευαγγέλιο της βασιλείας και πιστεύει σ’ αυτή τη διδασκαλία της συγγενικής σχέσης με το Θεό, έχει αιώνια ζωή. Υπάρχουν ήδη πιστοί που πέρασαν από την κρίση και το θάνατο στο φως και στη ζωή. Και η ώρα έρχεται που ακόμα και αυτοί που βρίσκονται στους τάφους θα ακούσουν τη φωνή της ανάστασης».
147:3.4 (1649.4) Και πολλοί από αυτούς που άκουσαν πίστεψαν το ευαγγέλιο της βασιλείας. Μερικοί άρρωστοι εμπνεύστηκαν τόσο και αναζωογονήθηκαν πνευματικά τόσο που έφυγαν ανακηρύσσοντας ότι είχαν γιατρευτεί και από τις φυσικές παθήσεις τους.
147:3.5 (1649.5) Ένας άνδρας που ήταν κατάκοιτος πολλά χρόνια και σοβαρά άρρωστος από τις αδυναμίες του ταραγμένου μυαλού του, αγαλλίασε με τα λόγια του Ιησού και σηκώνοντας το κρεβάτι του έφυγε για το σπίτι του αν και ήταν Σάββατο. Αυτός ο άρρωστος περίμενε όλα αυτά τα χρόνια για κάποιον που θα τον βοηθούσε. Ήταν τόσο θύμα του συναισθήματος της αδυναμίας του που δεν του πέρασε ποτέ η ιδέα να βοηθήσει μόνος τον εαυτό του, πράγμα που αποδείχτηκε να είναι το μοναδικό που έπρεπε να είχε κάνει για να βρει τη γιατρειά του – να πάρει το κρεβάτι του και να περπατήσει.
147:3.6 (1650.1) Μετά είπε ο Ιησούς στον Ιωάννη: «Ας φύγουμε πριν οι αρχιερείς και οι γραμματείς έρθουν και μας κατηγορήσουν για παράπτωμα επειδή μιλήσαμε με λόγια ζωής σε αυτούς τους δυστυχισμένους». Και γύρισαν στο ναό για να συναντήσουν τους συντρόφους τους και τελικά όλοι τους αναχώρησαν για να περάσουν τη νύχτα στη Βηθανία. Αλλά ο Ιωάννης δεν είπε ποτέ στους αποστόλους για την επίσκεψη αυτή του Ιησού και του ιδίου στη δεξαμενή της Βηθανίας αυτό το απόγευμα του Σαββάτου.
4. Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
147:4.1 (1650.2) Το βράδυ του ίδιου αυτού Σαββάτου, στη Βηθανία, ενώ ο Ιησούς, οι δώδεκα και μια ομάδα πιστών είχαν μαζευτεί γύρω από τη φωτιά στον κήπο του Λάζαρου, ο Ναθαναήλ ρώτησε τον Ιησού αυτό: «Κύριε, αν και μας έχεις διδάξει τη θετική πλευρά του παλαιού κανόνα της ζωής, λέγοντάς μας να κάνουμε στους άλλους όπως εμείς επιθυμούμε να κάνουν αυτοί σε μας, δεν κατανοώ πλήρως πως μπορούμε πάντα να τηρούμε μια τέτοια νουθεσία. Άφησέ με να επεξηγήσω τον ισχυρισμό μου παραθέτοντας το παράδειγμα ενός λάγνου άνδρα που κοιτάζει έτσι πονηρά το σκοπούμενο ταίρι του στην αμαρτία. Πώς να διδάξουμε ότι αυτός ο κακοπροαίρετος άνδρας θα πρέπει να κάνει στους άλλους αυτό που εκείνος επιθυμεί να του κάνουν;».
147:4.2 (1650.3) Όταν ο Ιησούς άκουσε την ερώτηση του Ναθαναήλ, σηκώθηκε αμέσως όρθιος και δείχνοντας με το δάχτυλο τον απόστολο, είπε: «Ναθαναήλ, Ναθαναήλ! Τι είδους σκεπτικό απασχολεί την καρδιά σου; Δεν έχεις δεχτεί τη διδασκαλία μου σαν κάποιος που έχει αναγεννηθεί πνευματικά; Δεν ακούς την αλήθεια σαν άνδρας με σοφία και πνευματική κατανόηση; Όταν σας παροτρύνω να κάνετε στους άλλους αυτό που θα θέλατε εκείνοι να κάνουν σε σας, μιλάω σε ανθρώπους με υψηλά ιδεώδη, και όχι σε εκείνους που θα θέλανε να διαστρέψουν τη διδασκαλία μου σε έγκριση της ενθάρρυνσης κακών πράξεων».
147:4.3 (1650.4) Όταν ο Κύριος μίλησε, ο Ναθαναήλ σηκώθηκε και είπε: «Όμως, Κύριε, δεν θα έπρεπε να σκεφτείς ότι αποδέχομαι μια τέτοια ερμηνεία της διδασκαλίας σου. Ρώτησα γιατί συμπέρανα ότι πολλοί τέτοιοι άνθρωποι μπορεί να παρεξηγήσουν τη νουθεσία σου και ήλπιζα ότι θα μας έδινες περισσότερες οδηγίες σχετικά με αυτά τα θέματα». Και μετά, όταν ο Ναθαναήλ κάθισε, ο Ιησούς συνέχισε να μιλάει: «Γνωρίζω καλά, Ναθαναήλ, ότι δεν εγκρίνεις μια τέτοια κακή ιδέα στο μυαλό σου, αλλά είμαι απογοητευμένος που όλοι σας τόσο συχνά αποτυγχάνετε να δώσετε αληθινή πνευματική ερμηνεία στις κοινότοπες διδασκαλίες μου, οδηγίες που πρέπει να δοθούν στη γλώσσα των ανθρώπων και που πρέπει να σας μιλήσω σαν σε απλούς ανθρώπους. Επιτρέψτε μου τώρα να σας διδάξω σχετικά με τα διαφορετικά επίπεδα των εννοιών που συνδέονται με την ερμηνεία αυτού του κανόνα ζωής, αυτής της παρότρυνσης “να κάνετε στους άλλους αυτό που εσείς επιθυμείτε να σας κάνουν οι άλλοι”.
147:4.4 (1650.5) «1. Το επίπεδο της σάρκας. Μια τέτοια καθαρά εγωιστική και λάγνα ερμηνεία θα μπορούσε κάλλιστα να καταδεικνύεται από το υποθετικό ερώτημά σου.
147:4.5 (1650.6) «2. Το επίπεδο των συναισθημάτων. Αυτό το επίπεδο είναι μια βαθμίδα υψηλότερα από αυτό της σάρκας και υποδηλώνει ότι η συμπόνια και ο οίκτος θα μπορούσαν να εμπλουτίσουν την ερμηνεία αυτού του κανόνα ζωής.
147:4.6 (1650.7) «3. Το επίπεδο του νου. Τώρα υπεισέρχεται η αιτιολόγηση του νου και η ευφυία της εμπειρίας. Η ορθή κρίση υπαγορεύει ότι ένας τέτοιος κανόνας ζωής θα πρέπει να ερμηνευτεί σε συμφωνία με τον ύψιστο ιδεαλισμό που βρίσκεται ενσωματωμένος στην ευγένεια του εμβριθούς αυτοσεβασμού.
147:4.7 (1651.1) «4. Το επίπεδο της αδελφικής αγάπης. Ακόμα υψηλότερα βρίσκεται το επίπεδο της ανιδιοτελούς αφοσίωσης για την ευτυχία του φίλου μας. Σε αυτό το υψηλότερο επίπεδο της εγκάρδιας κοινωνικής υπηρεσίας που αναπτύσσεται έξω από τη συνειδητοποίηση της πατρότητας του Θεού και της συνακόλουθης αναγνώρισης της αδελφότητας του ανθρώπου, υπάρχει μια νέα και ακόμα καλύτερη ερμηνεία αυτού του βασικού κανόνα της ζωής.
147:4.8 (1651.2) «5. Το ηθικό επίπεδο. Και μετά, όταν θα έχετε επιτύχει αληθινά φιλοσοφικά επίπεδα ερμηνείας, όταν έχετε πραγματική επίγνωση της ορθότητας και του εσφαλμένου των πραγμάτων, όταν αντιληφθείτε την αιώνια ευεξία των ανθρώπινων σχέσεων, θα αρχίσετε να βλέπετε ένα τέτοιο πρόβλημα ερμηνείας όπως φαντάζεστε ότι ένα υψηλόφρον, ιδεαλιστικό, σοφό και αμερόληπτο τρίτο πρόσωπο θα έβλεπε και θα ερμήνευε μια τέτοια εντολή εφαρμοσμένη στα δικά σας προσωπικά προβλήματα προσαρμογής στις καταστάσεις της ζωής σας.
147:4.9 (1651.3) «6. Το πνευματικό επίπεδο. Και τελευταίο αλλά σπουδαιότερο όλων, φτάνουμε την πνευματική επίγνωση και την πνευματική ερμηνεία η οποία μας παρακινεί να αναγνωρίσουμε σ’ αυτό τον κανόνα της ζωής το θείο πρόσταγμα να φερόμαστε σε όλους τους ανθρώπους όπως φανταζόμαστε ότι θα φερότανε ο Θεός σε αυτούς. Αυτό είναι το παγκόσμιο ιδεώδες των ανθρώπινων σχέσεων. Και αυτή είναι η στάση σας προς όλα τα προβλήματα όταν η ύψιστη επιθυμία σας είναι πάντα να πράττετε το θέλημα του Πατέρα. Θα ήθελα, συνεπώς, να κάνετε σε όλους τους ανθρώπους αυτό που ξέρετε ότι θα έκανα εγώ σε παρόμοιες περιστάσεις γι’ αυτούς».
147:4.10 (1651.4) Τίποτε από όσα είχε πει ο Ιησούς στους αποστόλους μέχρι τότε δεν τους είχε εκπλήξει ποτέ περισσότερο. Συνέχισαν να συζητούν τα λόγια του Κυρίου για πολύ μετά την απόσυρσή του. Ενώ ο Ναθαναήλ άργησε να συνέλθει από την υπόθεσή του ότι ο Ιησούς είχε παρεξηγήσει το πνεύμα της ερώτησής του, οι άλλοι ήταν παραπάνω από ευγνώμονες που ο φιλοσοφημένος σύντροφός τους είχε την τόλμη να κάνει μια τόσο προκλητική ερώτηση.
5. Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΣΙΜΩΝΑ ΤΟ ΦΑΡΙΣΑΙΟ
147:5.1 (1651.5) Αν και ο Σίμων δεν ήταν μέλος του ιουδαϊκού Σανχεντρίν, ήταν ένας Φαρισαίος με επιρροή στην Ιερουσαλήμ. Ήταν ένας χλιαρός πιστός, και παρόλο που μπορούσε να επικριθεί αυστηρά γι’ αυτό, τόλμησε να προσκαλέσει τον Ιησού και τους προσωπικούς συνεργάτες του, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, στο σπίτι του για ένα κοινωνικό δείπνο. Ο Σίμων παρακολουθούσε από καιρό τον Κύριο και είχε εντυπωσιασθεί πολύ από τις διδασκαλίες του και ακόμα περισσότερο από την προσωπικότητά του.
147:5.2 (1651.6) Οι πλούσιοι Φαρισαίοι ήταν αφοσιωμένοι στην ελεημοσύνη και δεν απέφευγαν τη δημοσιότητα σχετικά με τη φιλανθρωπία. Μερικές φορές μάλιστα φύσαγαν μια τρομπέτα καθώς επιδίδονταν στην ελεημοσύνη κάποιου ζητιάνου. Ήταν συνήθεια γι’ αυτούς τους Φαρισαίους, όταν έδιναν δεξίωση προς τιμήν κάποιων διακεκριμένων επισκεπτών, να αφήνουν τις πόρτες του σπιτιού ανοιχτές, ώστε να μπορούν να έρχονται ακόμα και οι ζητιάνοι του δρόμου και στέκοντας στους τοίχους του δωματίου, πίσω από τα ανάκλιντρα των δειπνούντων, να είναι σε θέση να πιάνουν τα κομμάτια του φαγητού που μπορεί να τους πετούσαν οι συνδαιτημόνες.
147:5.3 (1651.7) Σε αυτή την περίπτωση, στο σπίτι του Σίμωνα, μεταξύ αυτών που ήρθαν από το δρόμο ήταν και μια γυναίκα με ανήθικη υπόληψη που είχε γίνει πρόσφατα πιστή των καλών νέων του ευαγγελίου της βασιλείας. Αυτή η γυναίκα ήταν πασίγνωστη σε όλη την Ιερουσαλήμ ως η πρώην κάτοχος ενός από τους επονομαζόμενους πολυτελείς οίκους ανοχής, ευρισκόμενος πολύ κοντά στην αυλή του ναού των ειδωλολατρών. Αφού όμως αποδέχθηκε τις διδασκαλίες του Ιησού, είχε κλείσει τον αισχρό τόπο της επιχείρησής της και είχε προτρέψει την πλειοψηφία των συνεργαζόμενων μαζί της γυναικών να δεχτούν το ευαγγέλιο και να αλλάξουν τον τρόπο της ζωής τους. Παρ’ όλα αυτά οι Φαρισαίοι την περιφρονούσαν πολύ και είχε εξαναγκασθεί να έχει τα μαλλιά της λυτά – το έμβλημα της πόρνης. Αυτή η ανώνυμη γυναίκα είχε φέρει μαζί της ένα μεγάλο φλασκί με μύρο και, στέκοντας πίσω από τον Ιησού καθώς εκείνος είχε καθίσει για το γεύμα, άρχισε να του αλείφει τα πόδια ενώ επίσης τού έβρεχε τα πόδια με τα δάκρια της ευγνωμοσύνης της, σφουγγίζοντάς τα με τα μαλλιά της κεφαλής της. Και όταν είχε ολοκληρώσει αυτό το μύρωμα, συνέχισε να κλαίει και να φιλάει τα πόδια του.
147:5.4 (1652.1) Όταν ο Σίμων είδε όλα αυτά, είπε στον εαυτό του: «Αυτός ο άνδρας, αν ήταν προφήτης, θα είχε διακρίνει ποια και τι είδους γυναίκα είναι αυτή που τον αγγίζει έτσι. Ότι είναι μια κακόφημη αμαρτωλή». Και ο Ιησούς, γνωρίζοντας όσα συνέβαιναν στο μυαλό του Σίμωνα, μίλησε δυνατά: «Σίμων, έχω κάτι που θέλω να σου πω». Ο Σίμων αποκρίθηκε: «Διδάσκαλε, πες το». Τότε είπε ο Ιησούς: «Κάποιος πλούσιος τοκογλύφος είχε δύο οφειλέτες. Ο πρώτος του χρώσταγε πεντακόσια δηνάρια και ο άλλος πενήντα. Τώρα, όταν κανείς τους δεν είχε με τι να τον πληρώσει, συγχώρησε τα χρέη και των δυο. Ποιος από τους δυο, πιστεύεις εσύ Σίμων, ότι θα τον αγάπησε περισσότερο;». Ο Σίμων αποκρίθηκε: «Αυτός, πιστεύω, στον οποίο συγχώρησε τα περισσότερα». Και ο Ιησούς είπε: «Σωστά έκρινες», και δείχνοντας την γυναίκα, συνέχισε: «Σίμων, κοίταξε καλά αυτή τη γυναίκα. Ήρθα στο σπίτι σου σαν προσκαλεσμένος, κι όμως δεν μου έδωσες νερό για τα πόδια μου. Αυτή η ευγνωμονούσα γυναίκα μου έπλυνε τα πόδια με δάκρια και τα σκούπισε με τα μαλλιά από το κεφάλι της. Δεν μου έδωσες το φιλί του χαιρετισμού, αλλά αυτή η γυναίκα, από τη στιγμή που μπήκε μέσα δεν σταμάτησε να φιλάει τα πόδια μου. Εσύ παρέλειψες να αλείψεις το κεφάλι μου με έλαιο, αλλά αυτή άλειψε τα πόδια μου με ακριβό μύρο. Και ποια η σημασία όλων αυτών; Απλώς, ότι οι πολλές αμαρτίες της έχουν συγχωρεθεί και αυτό την οδήγησε στο να αγαπήσει πολύ. Όμως εκείνοι που τους συγχωρέθηκαν λίγες αμαρτίες μερικές φορές αγαπούν και λίγο». Και στρεφόμενος πίσω προς τη γυναίκα, την έπιασε από το χέρι και σηκώνοντάς την όρθια, είπε: «Έχεις πραγματικά μετανιώσει για τις αμαρτίες σου και έχουν συγχωρεθεί. Μην αποθαρρύνεσαι από την αστόχαστη και αγενή συμπεριφορά των συντρόφων σου. Συνέχισε να βαδίζεις με τη χαρά και την ελευθερία της βασιλείας των ουρανών».
147:5.5 (1652.2) Όταν ο Σίμων και οι φίλοι του, που παρευρίσκονταν στο φαγητό, άκουσαν αυτές τις κουβέντες, εξεπλάγησαν ακόμα περισσότερο και άρχισαν να ψιθυρίζουν μεταξύ τους, «Ποιος είναι αυτός ο άνδρας που τολμάει να συγχωρεί αμαρτίες;». Και όταν ο Ιησούς τους άκουσε να μουρμουρίζουν έτσι, στράφηκε για να πει στη γυναίκα που έφευγε: «Γυναίκα, πήγαινε εν ειρήνη. Η πίστη σου σε έσωσε».
147:5.6 (1652.3) Καθώς ο Ιησούς σηκωνόταν με τους φίλους του για να φύγουν, γύρισε και είπε στο Σίμωνα: «Γνωρίζω την καρδιά σου, Σίμωνα, πως είσαι διχασμένος μεταξύ πίστης και αμφιβολιών, πως είσαι καταρρακωμένος από τον φόβο και βασανίζεσαι από την υπερηφάνεια, αλλά προσεύχομαι για σένα να παραδοθείς στο φως και να βιώσεις στον σταθμό της ζωής σου τόσο δυνατούς μετασχηματισμούς της διάνοιας και του πνεύματος ώστε να μπορούν να συγκριθούν με τις τρομερές αλλαγές που το ευαγγέλιο της βασιλείας έχει ήδη φέρει στην καρδιά της απρόσκλητης και ανεπιθύμητης επισκέπτριας. Και δηλώνω σε όλους σας ότι ο Πατέρας έχει ανοίξει τις πόρτες του ουράνιου βασιλείου σε όλους που έχουν την πίστη να εισέλθουν, και κανένας άνθρωπος ή οργάνωση ανθρώπων δεν μπορεί να κλείσει εκείνες τις πόρτες ακόμα και στην πιο ταπεινή ψυχή ή στον πιο στυγερό αμαρτωλό της γης, αν ειλικρινά γυρεύει να μπει». Και ο Ιησούς με το Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη έφυγαν και πήγαν να συναντήσουν τους υπόλοιπους αποστόλους στον καταυλισμό της Γεθσημανής.
147:5.7 (1653.1) Εκείνο το ίδιο βράδυ, ο Ιησούς έκανε μια μακριά αγόρευση, που πρέπει να θυμόμαστε, στους αποστόλους, σχετικά με τη συγκριτική αξία της κοινωνικής θέσης με το Θεό και την πρόοδο προς την αιώνια άνοδο στον Παράδεισο. Είπε ο Ιησούς: «Παιδιά μου, αν υπάρχει ένας αληθινός και ζωντανός σύνδεσμος μεταξύ του παιδιού και του Πατέρα, το παιδί σίγουρα προοδεύει συνεχώς προς τα ιδανικά του Πατέρα. Αλήθεια, το παιδί μπορεί στην αρχή να κάνει μικρή πρόοδο, αλλά η πρόοδος είναι σίγουρη. Το πιο σπουδαίο είναι όχι η ταχύτητα της προόδου σας αλλά η βεβαιότητα. Το σημερινό σας κατόρθωμα δεν έχει τόση σημασία όσο το γεγονός ότι η κατεύθυνση της προόδου σας είναι προς τον Θεό. Αυτό που γίνεστε μέρα με τη μέρα έχει άπειρα περισσότερη σημασία από αυτό που είστε σήμερα.
147:5.8 (1653.2) «Αυτή η μεταμορφωμένη γυναίκα που μερικοί από σας είδατε στο σπίτι του Σίμωνα σήμερα, ζει επί του παρόντος σε ένα επίπεδο που είναι πολύ πιο κάτω από αυτό του Σίμωνα και των καλοπροαίρετων συντρόφων του. Αλλά ενώ αυτοί οι Φαρισαίοι ασχολούνται με τη ψευδή πρόοδο της αυταπάτης του να διατρέχουν απατηλούς κύκλους ασήμαντων τελετουργιών, αυτή η γυναίκα έχει ξεκινήσει με τρομερό ζήλο, την μακρά και περιπετειώδη αναζήτηση του Θεού, και το μονοπάτι της προς τον ουρανό δεν εμποδίζεται από την πνευματική περηφάνια και την ηθική αυτοϊκανοποίηση. Η γυναίκα είναι, μιλώντας με τους ανθρώπινους όρους, πολύ πιο μακριά από το Θεό από ότι ο Σίμων, αλλά η ψυχή της είναι σε προοδευτική κίνηση. Βρίσκεται στο δρόμο προς τον αιώνιο στόχο. Στην γυναίκα αυτή βρίσκονται παρούσες τεράστιες πνευματικές δυνατότητες για το μέλλον. Μερικοί από εσάς μπορεί να μην βρίσκεστε ψηλά στα σημερινά επίπεδα της ψυχής και του πνεύματος αλλά κάνετε καθημερινές προόδους στο ζωντανό δρόμο που ανοίγεται, δια μέσου της πίστης, προς τον Θεό. Υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες στον καθένα σας για το μέλλον. Είναι πολύ καλύτερα να έχετε μια μικρή αλλά ζωντανή και αυξανόμενη πίστη από το να κατέχεστε από μεγάλη διάνοια με νεκρά εφόδια από λεκτική σοφία και πνευματική απιστία».
147:5.9 (1653.3) Αλλά ο Ιησούς προειδοποίησε θερμά τους αποστόλους για την ανοησία των παιδιών του Θεού που παίρνουν σαν δεδομένη την αγάπη του Πατέρα. Ανακοίνωσε ότι ο ουράνιος Πατέρας δεν είναι ένας χαλαρός, ξέφραγος ή ανόητα επιεικής γονέας που είναι πάντα έτοιμος να συγχωρέσει την αμαρτία και να δώσει άφεση στην αδιαφορία. Υπενθύμισε στους ακροατές του να μην κάνουν το λάθος και ερμηνεύσουν λάθος τις επεξηγήσεις του για τη σχέση πατέρα/γιου έτσι ώστε να φανεί ότι ο Θεός είναι σαν κάποιους υπερβολικά επιεικείς και άμυαλους γονείς που συμπράττουν με τη γήινη ανοησία για να περιγράψουν την ηθική καταστροφή των ασυλλόγιστων παιδιών τους και οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο συμβάλλουν με βεβαιότητα και κατευθείαν στην εγκληματικότητα και την πρώιμη εξαχρείωση των ίδιων τους των απογόνων. Είπε ο Ιησούς: «Ο Πατέρας μου δεν συγχωρεί με επιείκεια εκείνες τις πράξεις και ενέργειες των παιδιών του που είναι αυτοκαταστροφικές και με τάσεις αυτοκτονίας για την ηθική ανάπτυξη και την πνευματική πρόοδο. Τέτοιες αμαρτωλές ενέργειες είναι απεχθείς για το βλέμμα του Θεού».
147:5.10 (1653.4) Ο Ιησούς παραβρέθηκε σε πολλές άλλες εν μέρει ιδιωτικές συναντήσεις και επίσημα δείπνα, με τον μεγάλο και τον μικρό, τον πλούσιο και τον φτωχό της Ιερουσαλήμ, προτού αυτός και οι απόστολοί του τελικώς αναχωρήσουν για την Καπερναούμ. Και πολλοί, όντως, έγιναν πιστοί του ευαγγελίου της βασιλείας και στη συνέχεια βαφτίστηκαν από τον Άμπνερ και τους συντρόφους του, οι οποίοι παρέμειναν πίσω για να υποθάλπουν τα συμφέροντα της βασιλείας στην Ιερουσαλήμ και τα περίχωρα.
6. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ
147:6.1 (1653.5) Την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου, ο Ιησούς και οι δώδεκα έφυγαν από το αρχηγείο τους, στη Βηθανία κοντά στην Ιερουσαλήμ, και ξεκίνησαν για το ταξίδι της επιστροφής τους στην Καπερναούμ από την οδό της Ιεριχούς και του Ιορδάνη.
147:6.2 (1654.1) Οι αρχιερείς και οι θρησκευτικοί αρχηγοί των Ιουδαίων συναντήθηκαν πολλές φορές στα κρυφά με σκοπό να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τον Ιησού. Όλοι ήσαν σύμφωνοι ότι κάτι έπρεπε να γίνει για να τερματίσουν τη διδασκαλία του, αλλά δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν για τη μέθοδο. Είχαν ελπίσει ότι οι αρχές της πόλης θα τον ξέκαναν, όπως είχε δώσει τέλος ο Ηρώδης στον Ιωάννη, αλλά ανακάλυψαν ότι ο Ιησούς διεξήγαγε το έργο του με τέτοιο τρόπο ώστε οι Ρωμαίοι επίσημοι δεν είχαν θορυβηθεί πολύ από το κήρυγμά του. Επομένως, σε μια συνάντηση που έλαβε χώρα την ημέρα πριν από την αναχώρηση του Ιησού για την Καπερναούμ, αποφασίστηκε ότι έπρεπε να συλληφθεί με την κατηγορία της θρησκευτικής παράβασης και να υποβληθεί σε ανάκριση από το Σανχεντρίν. Συνεπώς μια επιτροπή από έξι μυστικούς ερευνητές διορίστηκε για να ακολουθούν τον Ιησού, να παρακολουθούν τα λόγια και τις πράξεις του και όταν θα είχαν συλλέξει αρκετές μαρτυρίες για παράβαση του νόμου και βλασφημία, να επιστρέψουν στην Ιερουσαλήμ με την αναφορά τους. Αυτοί οι έξι Ιουδαίοι πρόλαβαν την αποστολική ομάδα, που αριθμούσε περίπου τριάντα, στην Ιεριχώ και με το πρόσχημα ότι ήθελαν να γίνουν μαθητές, συνδέθηκαν με την οικογενειακή ομάδα των οπαδών τού Ιησού, μένοντας με αυτούς μέχρι την ώρα που ξεκίνησε ο δεύτερος γύρος για κήρυγμα στη Γαλιλαία, μετά από τον οποίο τρεις από αυτούς επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ για να υποβάλλουν την αναφορά τους στους αρχιερείς και στο Σανχεντρίν.
147:6.3 (1654.2) Ο Πέτρος κήρυττε στο πλήθος που είχε μαζευτεί στο πέρασμα του Ιορδάνη και το επόμενο πρωί ανέβηκαν το ποτάμι προς την Άμαθο. Ήθελαν να συνεχίσουν κατευθείαν για την Καπερναούμ, αλλά μαζεύτηκε τόσο πλήθος εδώ που παρέμειναν τρεις μέρες, κηρύττοντας, διδάσκοντας και βαφτίζοντας. Δεν προχώρησαν για το σπίτι τους παρά νωρίς το πρωί του Σαββάτου, την πρώτη μέρα του Μαΐου. Οι κατάσκοποι από την Ιερουσαλήμ ήσαν βέβαιοι ότι τώρα θα εξασφάλιζαν την πρώτη κατηγορία κατά του Ιησού – την παραβίαση του Σαββάτου – αφού αποφάσισε να αρχίσει το ταξίδι του το Σάββατο. Αλλά απογοητεύθηκαν μέχρι θανάτου, επειδή λίγο πριν την αναχώρησή τους, ο Ιησούς κάλεσε τον Ανδρέα να παρουσιαστεί μπροστά του και ενώπιον όλων τον διέταξε να προχωρήσουν για μια απόσταση μόνο εννιακοσίων δεκατεσσάρων μέτρων, τη νόμιμη ιουδαϊκή απόσταση για ταξίδι το Σάββατο.
147:6.4 (1654.3) Οι κατάσκοποι όμως δεν χρειάστηκε να περιμένουν πολύ για την ευκαιρία τους να κατηγορήσουν τον Ιησού και τους συντρόφους του για παραβίαση του Σαββάτου. Καθώς η συνοδεία βάδιζε κατά μήκος του στενού δρόμου, το κυματιστό στάρι, που τότε ωρίμαζε, ήταν πολύ κοντά στα χέρια τους και από τις δυο πλευρές, και μερικοί απόστολοι, όντας πεινασμένοι, μάδησαν μερικά ώριμα στάχυα και τα έφαγαν. Ήταν συνηθισμένο οι ταξιδιώτες να κόβουν στάχυα και να τρέφονται καθώς περνούσαν από το δρόμο, και επομένως δεν πέρασε από τη σκέψη τους ότι έκαναν κάτι κακό με αυτή τη συμπεριφορά. Αλλά οι κατάσκοποι το άρπαξαν σαν πρόσχημα για να προσβάλλουν τον Ιησού. Όταν είδαν τον Ανδρέα να τρίβει το στάχυ στο χέρι του, εξεγέρθηκαν εναντίον του και είπαν: «Δεν γνωρίζεις ότι είναι παράνομο να κόβεις και να ξεφλουδίζεις τα στάχυα την ημέρα του Σαββάτου;». Και ο Ανδρέας απάντησε: «Όμως πεινάμε και ξεφλουδίζουμε τόσα μόνο όσα χρειαζόμαστε για τις ανάγκες μας. Και από πότε έγινε αμαρτία να τρώγει κανείς στάρι το Σάββατο;». Οι Φαρισαίοι όμως αποκρίθηκαν: «Δεν σφάλλεις που τρως αλλά παραβιάζεις το νόμο που κόβεις και ξεφλουδίζεις τα στάχυα ανάμεσα στα χέρια σου. Σίγουρα ο Κύριός σας δεν θα εγκρίνει τέτοιες πράξεις». Μετά ρώτησε ο Ανδρέας: «Αν όμως δεν είναι σφάλμα να τρώγει κανείς το στάρι, τότε σίγουρα το τρίψιμο ανάμεσα στα χέρια βέβαια και δεν είναι πιο σκληρή δουλειά από το μάσημα, το οποίο εσείς επιτρέπετε. Για ποιο λόγο ψειρίζετε τόσο ασήμαντα πράγματα;». Μόλις ο Ανδρέας τους είπε σχολαστικούς, αγανάκτησαν και τρέχοντας πίσω, εκεί που βάδιζε ο Ιησούς συνομιλώντας με τον Ματθαίο, διαμαρτυρήθηκαν λέγοντες: «Πρόσεξε, Διδάσκαλε, οι απόστολοί σου κάνουν πράγματα που απαγορεύονται την ημέρα του Σαββάτου. Κόβουν, ξεφλουδίζουν και τρώγουν το στάρι. Είμαστε σίγουροι ότι θα τους διατάξεις να σταματήσουν». Είπε τότε ο Ιησούς στους κατήγορους: «Είστε πράγματι ζηλωτές του νόμου, και καλά κάνετε να θυμάστε και να κρατάτε την ιερότητα του Σαββάτου. Όμως δεν διαβάσατε ποτέ στις Γραφές ότι, μια μέρα που ο Δαυίδ ήταν πεινασμένος, αυτός και όσοι ήσαν μαζί του εισήλθαν στον οίκο του Θεού και έφαγαν το άζυμο ψωμί της θυσίας, που δεν επιτρεπόταν σε κανένα να το φάει εκτός από τους ιερείς; Και ο Δαυίδ έδωσε αυτό το ψωμί και σ’ εκείνους που ήταν μαζί του. Και δεν διαβάσατε στη νομοθεσία μας ότι επιτρέπεται να κάνουμε πολλά αναγκαία πράγματα το Σάββατο; Και δεν θα σας δω, πριν από το τέλος της ημέρας, να τρώτε όσα έχετε φέρει απαραίτητα για την ημέρα; Καλοί μου άνθρωποι, κάνετε καλά να είστε γεμάτοι ζήλο για το Σάββατο. Και αν μείνετε μαζί μας για να ακούσετε τα λόγια μου, τότε θα ανακοινώσω δυνατά ότι ο Γιος του Ανθρώπου είναι κύριος ακόμη και του Σαββάτου».
147:6.5 (1655.1) Οι Φαρισαίοι είχαν εκπλαγεί και αναστατωθεί με τα λόγια της διάκρισης και σοφίας του. Για το υπόλοιπο της ημέρας παρέμειναν μόνοι τους και δεν τόλμησαν να κάνουν άλλες ερωτήσεις.
147:6.6 (1655.2) Ο ανταγωνισμός του Ιησού με τις Ιουδαϊκές παραδόσεις και τις δουλοπρεπείς τελετουργίες ήταν πάντα θετική. Συνίστατο σε ό,τι έπραττε και σε ό,τι αποδεχόταν. Ο Κύριος ξόδευε λίγο χρόνο σε αρνητικές καταγγελίες. Δίδασκε ότι εκείνοι που γνωρίζουν το Θεό μπορούν να απολαμβάνουν την ελευθερία του να ζουν χωρίς να εξαπατούν τους εαυτούς τους με της ασυδοσίες της αμαρτίας. Είπε ο Ιησούς στους αποστόλους: «Άνδρες, αν έχετε φωτιστεί από την αλήθεια και γνωρίζετε πραγματικά τι πράττετε, είστε ευλογημένοι. Αλλά αν δεν γνωρίζετε το θείο δρόμο, είστε ατυχείς και ήδη παραβάτες του νόμου».
7. ΠΙΣΩ ΣΤΗΝ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ
147:7.1 (1655.3) Ήταν κατά το μεσημέρι της Δευτέρας, 3 Μαΐου, όταν ο Ιησούς και οι δώδεκα ήρθαν με πλοίο στην Βηθσαϊδά από την Ταριχέα. Ταξίδεψαν με το πλοίο για να αποφύγουν εκείνους που ταξίδευαν μαζί τους. Αλλά την επόμενη μέρα οι υπόλοιποι, συμπεριλαμβανομένων και των επίσημων κατασκόπων από την Ιερουσαλήμ, είχαν βρει ξανά τον Ιησού.
147:7.2 (1655.4) Την Τρίτη το βράδυ ο Ιησούς διηύθυνε μια από τις συνηθισμένες τάξεις ερωτήσεων και απαντήσεων, όταν ο αρχηγός των έξι κατασκόπων του είπε: «Σήμερα το πρωί μιλούσα με έναν από τους μαθητές του Ιωάννη που βρίσκεται εδώ και παρακολουθεί τη διδασκαλία σου, και δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε γιατί δεν διατάσσεις ποτέ τους μαθητές σου να νηστεύουν και να προσεύχονται όπως εμείς οι Φαρισαίοι νηστεύουμε και όπως ο Ιωάννης διέταξε τους οπαδούς του». Και ο Ιησούς, αναφερόμενος σε μια δήλωση του Ιωάννη, απάντησε στον ερωτώντα: «Μήπως δύνανται οι υιοί του νυμφώνος, ενόσω ο νυμφίος είναι μετ’ αυτών, να νηστεύωσιν; όσον καιρόν έχουσι τον νυμφίον μεθ’ εαυτών, δεν δύνανται να νηστεύωσι. Θέλουσιν όμως ελθεί ημέραι, όταν αφαιρεθή απ’ αυτών ο νυμφίος, και τότε θέλουσι νηστεύσει εν εκείναις ταις ημέραις.» Η προσευχή είναι φυσιολογική για τα παιδιά του φωτός, αλλά η νηστεία δεν είναι μέρος του ευαγγελίου της βασιλείας των ουρανών. Να θυμάστε ότι «ουδείς ράπτει επίρραμμα αγνάφου πανίου επί ιμάτιον παλαιόν· ει δε μη, το αναπλήρωμα αυτού το νέον αφαιρεί από του παλαιού, και γίνεται σχίσμα χειρότερον. Και ουδείς βάλλει οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς· ει δε μη, ο οίνος ο νέος διασχίζει τους ασκούς, και ο οίνος εκχέεται και οι ασκοί φθείρονται· αλλά πρέπει οίνος νέος να βάλληται εις ασκούς νέους». Ο σοφός άνδρας βάζει το καινούργιο κρασί σε καινούργια ασκιά. Επομένως οι μαθητές μου δείχνουν σοφία στο ότι δεν μεταφέρουν υπερβολικά πολλή από την παλαιά τάξη στην νέα διδασκαλία του ευαγγελίου της βασιλείας. Εσείς που έχετε χάσει τον διδάσκαλό σας είστε δικαιολογημένοι να νηστεύετε για κάποιον καιρό. Η νηστεία μπορεί να αποτελεί ένα πρέπον τμήμα του Μωσαϊκού νόμου, αλλά στην ερχόμενη βασιλεία οι υιοί του Θεού θα βιώσουν ελευθερία από τον φόβο, και τη χαρά του θείου πνεύματος. Και όταν άκουσαν αυτά τα λόγια, οι μαθητές του Ιωάννη παρηγορήθηκαν ενώ οι Φαρισαίοι αναστατώθηκαν ακόμα περισσότερο.
147:7.3 (1656.1) Μετά ο Κύριος συνέχισε προειδοποιώντας τους ακροατές του κατά της αντίληψης ότι όλη η παλιά διδασκαλία θα πρέπει να αντικατασταθεί εξ ολοκλήρου από την καινούργια θεωρία. Είπε ο Ιησούς: «Εκείνο που είναι παλιό αλλά επίσης και αληθινό πρέπει να παραμείνει. Επιπροσθέτως, εκείνο που είναι καινούργιο αλλά λάθος πρέπει να απορριφθεί. Αλλά εκείνο που είναι καινούργιο και επίσης αληθινό, να έχετε την πίστη και το θάρρος να το αποδέχεστε. Θυμηθείτε ότι είναι γραμμένο: “Μην εγκαταλείπετε έναν παλιό φίλο, γιατί ο καινούργιος δεν μπορεί να συγκριθεί. Ένα καινούργιο κρασί, να τι είναι ένας καινούργιος φίλος. Όταν παλιώσει θα το πίνετε με ευχαρίστηση”».
8. Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ
147:8.1 (1656.2) Εκείνη τη νύχτα, πολύ μετά αφού οι συνήθεις ακροατές είχαν αποσυρθεί, ο Ιησούς συνέχισε να διδάσκει τους αποστόλους του. Ξεκίνησε αυτήν την ιδιαίτερη διδασκαλία παραθέτοντας τον προφήτη Ησαΐα.
147:8.2 (1656.3) «Γιατί νηστεύετε; Για ποιο λόγο ταλαιπωρείτε τις ψυχές σας αφού συνεχίζετε να βρίσκετε ευχαρίστηση στην καταδυνάστευση και απολαμβάνετε την αδικία; Βλέπετε, νηστεύετε για χάρη της διαμάχης και της διένεξης και για να χτυπήσετε με τη γροθιά της μοχθηρίας. Αλλά δεν θα νηστεύετε με αυτό τον τρόπο για να κάνετε τις φωνές σας να ακουστούν άνωθεν.
147:8.3 (1656.4) «Τοιαύτη είναι η νηστεία, την οποίαν εγώ εξέλεξα; να ταλαιπωρή ο άνθρωπος την ψυχήν αυτού μίαν ημέραν; να κλίνη την κεφαλήν αυτού ως σπάρτον και να υποστρόνη σάκκον και στάκτην εις εαυτόν; νηστείαν θέλεις ονομάσει τούτο και ημέραν δεκτήν εις τον Κύριον; Η νηστεία την οποίαν εγώ εξέλεξα, δεν είναι αύτη; το να λύης τους δεσμούς της κακίας, το να διαλύης τα βαρέα φορτία και το να αφίνης ελευθέρους τους καταδεδυναστευμένους και το να συντρίβης πάντα ζυγόν; Δεν είναι το να διαμοιράζης τον άρτον σου εις τον πεινώντα και να εισάγης εις την οικίαν σου τους αστέγους πτωχούς; όταν βλέπης τον γυμνόν, να ενδύης αυτόν.
147:8.4 (1656.5) «Τότε το φως σου θέλει εκλάμψει ως η αυγή και η υγιεία σου ταχέως θέλει βλαστήσει· και η δικαιοσύνη σου θέλει προπορεύεσθαι έμπροσθέν σου· η δόξα του Κυρίου θέλει είσθαι η οπισθοφυλακή σου. Τότε θέλεις κράζει και ο Κύριος θέλει αποκρίνεσθαι· θέλεις φωνάζει και εκείνος θέλει λέγει, Ιδού, εγώ. Εάν εκβάλης εκ μέσου σου τον ζυγόν, την ανάτασιν του δακτύλου και τους ματαίους λόγους· και ανοίγης την ψυχήν σου προς τον πεινώντα και ευχαριστής την τεθλιμμένην ψυχήν· τότε το φως σου θέλει ανατέλλει εν τω σκότει και το σκότος σου θέλει είσθαι ως μεσημβρία. Και ο Κύριος θέλει σε οδηγεί πάντοτε και χορταίνει την ψυχήν σου εν ανομβρίαις και παχύνει τα οστά σου· και θέλεις είσθαι ως κήπος ποτιζόμενος και ως πηγή ύδατος, της οποίας τα ύδατα δεν εκλείπουσι. Και οι από σου θέλουσιν οικοδομήσει τας παλαιάς ερημώσεις· θέλεις ανεγείρει τα θεμέλια πολλών γενεών· και θέλεις ονομασθή, Ο επιδιορθωτής των χαλασμάτων, Ο ανορθωτής των οδών διά τον κατοικισμόν.»
147:8.5 (1656.6) Και βαθιά μέσα στη νύχτα ο Ιησούς πρότεινε στους αποστόλους του την αλήθεια ότι ήταν η πίστη τους που τους εξασφάλιζε την είσοδο στη βασιλεία του παρόντος και του μέλλοντος και όχι οι θλιμμένες ψυχές τους ή η νηστεία του σώματος. Ενθάρρυνε τους αποστόλους τουλάχιστον να δρουν σύμφωνα με τις ιδέες των προφητών από τα παλιά και εξέφρασε την ελπίδα ότι θα προόδευαν ακόμα περισσότερο από τα ιδανικά του Ησαΐα και των άλλων προφητών. Οι τελευταίες λέξεις του εκείνη τη νύχτα ήταν: «Ευδοκιμήστε στη χάρη μέσα από τη ζωντανή πίστη πως καταλαβαίνετε το γεγονός ότι είστε οι γιοι του Θεού ενώ συγχρόνως αναγνωρίζετε κάθε άνθρωπο σαν αδελφό».
147:8.6 (1656.7) Ήταν μετά τις δυο το πρωί όταν ο Ιησούς σταμάτησε να μιλάει και καθένας πήγε στο μέρος του για ύπνο.